Κάτοχοι αξιόγραφων τράπεζας Κύπρου Ελλάδος


ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΑ 1493 2017

Περίληψη
Ευθύνη Ανώνυμης Εταιρίας Διαχείρισης Αμοιβαίων Κεφαλαίων - Αδικοπραξία - Έννοια καταναλωτή -. Αδικοπρακτική ευθύνη από την παροχή μη ορθών και ανεπαρκών επενδυτικών συμβουλών με σκοπό την υπογραφή σύμβασης αγοράς συγκεκριμένου επενδυτικού προϊόντος (ομόλογα ατελεύτητης διάρκειας – perpetual bonds). Παραβίαση συναλλακτικών υποχρεώσεων από την οικεία ΕΠΕΥ. Στοιχεία αδικοπρακτικής ευθύνης. Η αμέλεια ως μορφή υπαιτιότητας. Ευθύνη Εταιριών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών. Η παράβαση των προβλεπόμενων στις διατάξεις του Κανονισμού Δεοντολογίας ΕΠΕΥ, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, συνιστά παρανομία υπό την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ και υποχρεώνει τον παρανομούντα σε αποζημίωση, εφόσον συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις της αδικοπρακτικής ευθύνης. Έννοια καταναλωτή. Κρίθηκε ότι ο ενάγων ενέπιπτε στην έννοια του καταναλωτή καθόσον, μεταξύ άλλων, αυτός είχε ως βασική πηγή εισοδήματος το επάγγελμά του, ο όγκος και η συχνότητα των συναλλαγών του ήταν μικρή, ενώ δεν ήθελε επένδυση ρίσκου, αλλά εξασφαλισμένο κεφάλαιο με απόδοση τόκων, δηλαδή δεν υπερέβαινε το πρότυπο του μέσου αποταμιευτή. Επιδίκαση ποσών για τη θετική ζημία και ως χρηματικής ικανοποίησης για την ηθική βλάβη του ενάγοντος.

Κείμενο Απόφασης
 ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ 1493/2017
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΤΜΗΜΑ: 14ο
Αποτελούμενο από το Δικαστή Βασίλειο Κωστόπουλο, Εφέτη, που όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διοικήσεως του Εφετείου Αθηνών και από τη Γραμματέα Ιωάννα Ξανθάκη.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις 10 Νοεμβρίου 2016 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία «ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ ASSET MANAGEMENT ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΜΟΙΒΑΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ», που εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της, Εμμανουήλ Κόμη.
ΤΟΥ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: ..., κατοίκου Αθηνών, ο οποίος εκπροσωπήθηκε με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ. από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, Δομίνικος Αρβανίτης.
Ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος με την από 26 Σεπτεμβρίου 2011 αγωγή του προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που έχει κατατεθεί με αριθμό 13271/2011, ζήτησε να γίνουν δεκτά τα όσα αναφέρονται σ' αυτήν.
Το Δικαστήριο εκείνο εξέδωσε την υπ' αριθμόν 6915/2014 οριστική του απόφαση με την οποία έταξε όσα αναφέρονται σ' αυτήν.
Την απόφαση αυτή προσέβαλε η εκκαλούσα με την από 8 Ιανουαρίου 2015 έφεση της προς το Δικαστήριο τούτο, που έχει κατατεθεί με αριθμό 167/2015.
Η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε.
Ο πληρεξούσιος δικηγόρος του εφεσίβλητου κατέθεσε εμπρόθεσμα τις προτάσεις του και παραστάθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.
Ο πληρεξούσιος δικηγόρος της εκκαλούσας αναφέρθηκε στις προτάσεις που κατέθεσε.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση από 08/01/2015 έφεση της εναγομένης (αρ. εκθ. κατ. 167/08- 01-2015) κατά της υπ' αριθ. 6.915/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατ' αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως [άρθρα 19 όπως αντικαταστάθηκε από την παρ. 2 του άρθρου 4 του Ν. 3994/2011, 495, 518 παρ. 1 ΚΠολΔ], δεδομένου ότι η επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως έγινε στις 09/12/2014 [βλ. την υπ' αρ. 3.509Δ'/09-12-2014 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο πρωτοδικείο Πειραιώς ... που προσκομίζει ο εφεσίβλητος] και η κατάθεση του δικογράφου της εφέσεως στη γραμματεία του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου στις 08/01/2015. Επομένως, εφόσον έχει κατατεθεί και το νόμιμο παράβολο των [200] ευρώ, κατ' άρθρο 495 παρ. 4 του ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος 4 προστέθηκε με παρ. 2 του άρθρου 12 του Ν. 4055/2012 και το δεύτερο εδάφιο της προστέθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 93 του Ν. 4139/20-3- 2013 [βλ. σχετικά επισυναπτόμενα παράβολα στο δικόγραφο της έφεσης], είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της, με την ίδια ως άνω διαδικασία, κατά την οποία εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση (άρθρα 532, 533 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Στην από 26/9/2011 (αρ. εκθ κατ. 13271/2011) αγωγή του ο ενάγων ιστορούσε ότι η εναγόμενη, η οποία, στο πλαίσιο της μεταξύ τους σχετικής σύμβασης, του παρείχε επενδυτικές συμβουλές για την τοποθέτηση χρημάτων του σε χρηματοπιστωτικά προϊόντα, τον έπεισε δια των αρμοδίων υπαλλήλων της και επένδυσε το ποσό των 62.000 € στο χρηματοπιστωτικό προϊόν έκδοσης θυγατρικών εταιριών της Lehman Brothers Holding Inc χωρίς να του αναφερθεί ποτέ ότι υπάρχει πιθανότητα απώλειας του κεφαλαίου του και χωρίς να ενημερωθεί για τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, τη φύση και τους κινδύνους της εν λόγω επένδυσης. Αντιθέτως τον διαβεβαίωσαν ρητώς περί του ασφαλούς της τοποθέτησης των χρημάτων του. Ότι κατά παράβαση των επαγγελματικών της υποχρεώσεων, αντισυμβατικώς, παρανόμως και αντίθετα με τις συναλλακτικές υποχρεώσεις πρόνοιας και ασφάλειας που ορίζονται στον ΚΔΕΠΕΥ, στο Ν. 3606/2007 και στο νόμο περί προστασίας του καταναλωτή του, όπως τα πραγματικά περιστατικά αυτής της συμπεριφοράς της λεπτομερώς εξειδικεύονται στην αγωγή, του προκάλεσε θετική ζημία, ενώ παράλληλα εξ αιτίας αυτής της συμπεριφοράς της υπέστη και ηθική βλάβη κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή. Ζητούσε δε, συνεπεία της αντισυμβατικής, παράνομης και αντίθετα με τις συναλλακτικές υποχρεώσεις πρόνοιας και ασφάλειας που επιβάλλονται από το νόμο κατά την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών να ακυρωθεί η ένδικη σύμβαση αγοράς του ομολόγου Lehman Brothers λόγω πλάνης και να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει το ποσό των 62.000 € που κατέβαλε ως κεφάλαιο και το ποσό των 1.796,30 € που κατέβαλε ως αμοιβή της εναγομένης, άλλως να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει τα ως άνω ποσά καθώς και το ποσό των 30.000 ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξιών νομιμοτόκως από την ημέρα κατάρτισης της σύμβασης 04/4/2007, άλλως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση, να κηρυχθεί η απόφαση που θα εκδοθεί προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστεί η εναγόμενη στα δικαστικά του έξοδα. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφασή του: (α) Απέρριψε το αίτημα περί ακύρωσης της σύμβασης αγοράς του ομολόγου λόγω πλάνης ως μη νόμιμο, καθώς το δικαίωμα του ενάγοντος προς ακύρωση της δικαιοπραξίας είχε υποπέσει στη 2ετή αποσβεστική προθεσμία του άρθρου 157 ΑΚ, (β) απέρριψε το παρεπόμενο αίτημα περί καταβολής τόκων από το χρόνο κατάρτισης της σύμβασης, (γ) υποχρέωσε την εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 63.000 € νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση, (δ) κήρυξε την απόφαση προσωρινά εκτελεστή για το ποσό των [30.000 €] και (ε) επέβαλε σε βάρος της εναγομένης ένα μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος το οποίο όρισε στο ποσό των 2.500 €. Κατ' αυτής της απόφασης παραπονείται η εναγόμενη με την υπό κρίση έφεση της για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και για κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητά την παραδοχή της έφεσής της, την εξαφάνιση της εκκαλούμενης και στη συνέχεια την απόρριψη της ενάντιο της αγωγής.
Ι]. Από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β, 914 και 932 ΑΚ, προκύπτει, ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς, απορρέουσας υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων. Η παράλειψη, ως όρος της αδικοπραξίας, συντρέχει όταν υπήρχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφύλαξης του προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος και αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος. Τέτοια νομική υποχρέωση μπορεί να προκύψει είτε από δικαιοπραξία, είτε από ειδική διάταξη νόμου, είτε από την αρχή που απορρέει από τα άρθρα 281 και 288 ΑΚ (ΑΠ 118/2006, ΑΠ 831/2005, ΑΠ 174/2005 ΝΟΜΟΣ), ήτοι την αρχή της καλής πίστης, όπως αυτή διαμορφώνεται κατά την παρούσα κοινωνική αντίληψη, ιδιαίτερα, σε περίπτωση που κάποιος δημιούργησε επικίνδυνη κατάσταση, από την οποία μπορούσε να προέλθει ζημία, που του επιβάλλει την ενδεδειγμένη θετική ενέργεια προστασίας προς αποφυγή της ζημίας. Υπό την έννοια συνεπώς αυτή, η καλή πίστη συνιστά κριτήριο συμπεριφοράς και, άρα, κανόνα δικαίου (ΑΠ 821/2004 Δνη 2004/1600). Είναι δυνατό μια ζημιογόνος ενέργεια, πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται η σύμβαση, να θεμελιώνει συγχρόνως και ευθύνη από αδικοπραξία. Αυτό συμβαίνει, όταν η ενέργεια αυτή, καθ' εαυτή και χωρίς την προϋπάρχουσα συμβατική σχέση θα ήταν παράνομη, ως αντίθετη στο γενικό καθήκον, που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, να μην προκαλεί κανένας υπαίτια ζημία σε άλλον. Αμέλεια, ως μορφή υπαιτιότητας, υπάρχει όταν, εξαιτίας της παράλειψης του δράστη να καταβάλει την επιμέλεια που αν κατέβαλε –με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς εκπροσώπου του κύκλου δραστηριότητας του– θα ήταν δυνατή η αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος, αυτός (δράστης) είτε δεν προέβλεψε την επέλευση του εν λόγω αποτελέσματος, είτε προέβλεψε μεν το ενδεχόμενο επέλευσής του, ήλπιζε όμως ότι θα το αποφύγει. Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 535/2012, ΝοΒ 2012/1969, ΑΠ 1485/2010 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1382/2009 XPΙΔ 2011/102). Ευθύνη αποζημίωσης με βάση την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ έχει και εκείνος, που αποσιωπά ουσιώδεις πληροφορίες ή παραλείπει να ενημερώσει για επικείμενο κίνδυνο, εφόσον ο αποσιωπήσας ή παραλείψας είχε την υποχρέωση να παράσχει πληροφορίες ή να ενημερώσει τον ζημιωθέντα. Τέτοια υποχρέωση παροχής πληροφοριών ή ενημέρωσης μπορεί να απορρέει, κατά τα ανωτέρω, από τη σύμβαση, την καλή πίστη ή από το νόμο. Η πρόκληση βλάβης στην περιουσία ορισμένου προσώπου, η οποία συνδέεται προς τις παρεχόμενες επενδυτικές υπηρεσίες, συνιστά όρο θεμελίωσης της αστικής ευθύνης της σε καταβολή αποζημίωσης, λόγω αδικοπραξίας, εφόσον επιπλέον υφίστανται και οι υπόλοιπες προϋποθέσεις υπαγωγής της συγκεκριμένης βιοτικής σχέσης στους κανόνες των ως άνω διατάξεων. Οι προϋποθέσεις θεμελίωσης της ανωτέρω μορφής ευθύνης απαιτούν την ύπαρξη σχέση αιτιώδους συνάφειας μεταξύ των παρεχομένων υπηρεσιών με το επελθόν ζημιογόνο αποτέλεσμα, καθώς και υπαίτια εκδήλωση παράνομης συμπεριφοράς, μέσω της οποίας εκ μέρους του παρέχοντος τις υπηρεσίες, παραβιάζονται οι συναλλακτικές υποχρεώσεις, όπως το ειδικότερο περιεχόμενο αυτών στη συγκεκριμένη περίπτωση, προσδιορίζεται σύμφωνα με τους κανόνες των άρθρων 281, 288 ΑΚ (ΑΠ 2212/2014, δημοσίευση στη ΝΟΜΟΣ).
ΙΙ]. Με τις πρώτη, τρίτη, τέταρτη και έβδομη αρχές του Κώδικα Δεοντολογίας των Ε.Π.Ε.Υ., που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο της υπ' αριθ. 12263/β.500/11-4-1997 απόφασης του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας (ΦΕΚ Β/ 340/24-4-1997), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθ. 7 παρ. 1 του Ν. 2396/1996 (τα άρθρα 1-31 του οποίου καταργήθηκαν ήδη από 1-11-2007, με το άρθρο 85 Ν. 3606/2007) ορίσθηκαν τα ακόλουθα: Πρώτη αρχή: "Οι εταιρείες και τα καλυπτόμενα πρόσωπα θα λαμβάνουν κάθε ενδεικνυόμενο μέτρο και θα ενεργούν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους έτσι ώστε να προστατεύονται τα συμφέροντα των πελατών τους και να διασφαλίζεται η εύρυθμη λειτουργία της αγοράς. " ... Τρίτη αρχή: "Οι εταιρείες που κατά το νόμο παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα οφείλουν να ενημερώνονται σχετικά με την οικονομική κατάσταση, τους στόχους και την εμπειρία των πελατών τους στον τομέα των επενδύσεων ούτως ώστε να παρέχουν τις κατάλληλες επενδυτικές συμβουλές." Τέταρτη αρχή: "Οι εταιρείες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα θα γνωστοποιούν στους πελάτες τους όλες τις απαραίτητες και χρήσιμες πληροφορίες στα πλαίσια των διαπραγματεύσεων τους με αυτούς." ... Έβδομη αρχή: "Οι εταιρείες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα οφείλουν να λειτουργούν μέσα στα πλαίσια της νομοθεσίας που ρυθμίζει την άσκηση των δραστηριοτήτων τους, έτσι ώστε να προστατεύονται τα συμφέροντα των πελατών τους και να εξασφαλίζεται η ομαλή λειτουργία της αγοράς". Σύμφωνα με τις διατάξεις του καταργηθέντος σήμερα Κανονισμού αυτού Δεοντολογίας των Εταιριών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (ΚΔΕΠΕΥ), ο οποίος τύγχανε εφαρμοστέος κατά τον χρόνο συνομολόγησης της επίδικης σύμβασης, κύρια υποχρέωση της τράπεζας, κατά την παροχή επενδυτικών συμβουλών, είναι, (εκτός των όσων προελέχθηκαν), κατ' αρχήν, η παροχή ορθών και πλήρων συμβουλών. Η ενημέρωση του καταναλωτή θα πρέπει να γίνεται με τρόπο εύλογα κατανοητό και με τη μέγιστη δυνατή σαφήνεια, πράγμα που σημαίνει ότι η τράπεζα οφείλει να λαμβάνει υπόψη της, την οικονομική κατάσταση, τους στόχους, τη μόρφωση, τις γνώσεις και την εμπειρία του επενδυτή για το αντικείμενο της επενδύσεως (άρθρο 6 ΚΔΕΠΕΥ). Επίσης, οι συμβουλές θα πρέπει να είναι προσαρμοσμένες τόσο στο πρόσωπο του πελάτη όσο και στο αντικείμενο της επενδύσεως (άρθρο 6.1 ΚΔΕΠΕΥ). Σύμφωνα με την αρχή της καταλληλότητας η τράπεζα οφείλει να παρέχει προσαρμοσμένες στο πρόσωπο του πελάτη (κατάλληλες) συμβουλές. Η έκταση του καθήκοντος παροχής συμβουλών συμπροσδιορίζεται και από τα προσωπικά στοιχεία του πελάτη, ώστε θα πρέπει στο πλαίσιο της παροχής της συμβουλής να ληφθούν υπόψη το επίπεδο γνώσης, η ηλικία, το επάγγελμα, η οικογενειακή, οικονομική και περιουσιακή κατάσταση, η επενδυτική του εμπειρία, ο επενδυτικός στόχος και η προθυμία διακινδύνευσης (άρθρο 6.2 ΚΔΕΠΕΥ). Ο δεύτερος πόλος, στον οποίο οφείλει να προσαρμόζεται η διαδικασία της επενδυτικής συμβουλής είναι το αντικείμενο της επένδυσης. Εδώ εντάσσονται πληροφορίες που αφορούν γενικά την αγορά, πληροφορίες για το αντικείμενο της επένδυσης, για την οικονομική κατάσταση και την φερεγγυότητα του εκδότη των προτεινομένων τίτλων. Οι συμβουλές του παρέχοντος επενδυτικές υπηρεσίες θα πρέπει να είναι θεμελιωμένες σε επιμελή έρευνα. Η τράπεζα και κάθε ΕΠΕΥ οφείλει να προμηθεύεται τις πλέον επίκαιρες πληροφορίες για την απόδοση, τη ρευστότητα και την ασφάλεια της προτεινόμενης επενδύσεως. Ιδιαίτερα αυξημένο είναι το καθήκον της τράπεζας ή της ΕΠΕΥ για έρευνα ή ενημέρωση στις περιπτώσεις ιδιαίτερα επικίνδυνων ή πολύπλοκων επενδύσεων. Αυτό δεν σημαίνει ότι η τράπεζα πρέπει να αποτρέψει τον επενδυτή από μία επικίνδυνη επένδυση αλλά οφείλει να καταστήσει σε αυτόν συνειδητό τον κίνδυνο στον οποίο εκτίθεται. Στόχος, των εν λόγω υποχρεώσεων που βαραίνουν τις τράπεζες ή τις ΕΠΕΥ δεν είναι η επιτυχία της επένδυσης, αλλά η εκ μέρους τους καταβολή κάθε δυνατής επιμέλειας για την εκπλήρωση της υποχρέωσης ενημέρωσης, διαφώτισης, έρευνας και παροχής κατάλληλης συμβουλής. Με βάση, επομένως, τις διατάξεις του εν λόγω νόμου, δημιουργούνται ενδεικτικά, ζητήματα ευθύνης μιας τράπεζας, αν δεν εφιστά εγγράφως την προσοχή του επενδυτή στους κινδύνους συγκεκριμένων επενδυτικών επιλογών του, αν δεν πραγματοποιεί με την κατάλληλη υποστήριξη των εξειδικευμένων συμβούλων της τεχνική ανάλυση της μελλοντικής κίνησης των κινητών αξιών που περιλαμβάνει στο προτεινόμενο επενδυτικό πρόγραμμα, αν δεν ενημερώνει με απολύτως σαφή τρόπο τον επενδυτή ως προς τις αποδόσεις των προτεινομένων για επένδυση τίτλων (άρθρο 6 ΚΔΕΠΕΥ). Η παράβαση των προβλεπομένων στις διατάξεις του εν λόγω Κανονισμού Δεοντολογίας ΕΠΕΥ συνιστά παρανομία υπό την έννοια της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ. Εφόσον, επομένως, η εν λόγω παρανομία, διαπραχθείσα με υπαιτιότητα, επιφέρει αιτιωδώς ζημία στον επενδυτή, υποχρεώνει την παρανομούσα τράπεζα σε αποζημίωση. ʼλλωστε, συναφές περιεχόμενο έχει και ο μεταγενέστερα εκδοθείς Ν. 3606/2007, όπως τροποποιήθηκε με το Ν. 3756/2009, με τον οποίο μεταφέρθηκε στο ελληνικό νομικό σύστημα η κοινοτική Οδηγία 2004/39/ΕΚ, γνωστή ως MiFiD, η οποία αντικατέστησε την Οδηγία 93/22/ΕΟΚ. Σύμφωνα με τις άνω διατάξεις του καταργηθέντος σήμερα Κανονισμού αυτού Δεοντολογίας των Εταιριών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (ΚΔΕΠΕΥ), ο οποίος τυγχάνει εφαρμοστέος κατά το χρόνο συνομολόγησης της ένδικης σύμβασης στην προκείμενη περίπτωση, κύρια υποχρέωση, κατά την παροχή επενδυτικών συμβουλών, είναι, μεταξύ άλλων, η παροχή ορθών και πλήρων συμβουλών και η τήρηση της νομοθεσίας από τον παρέχοντα επενδυτικές υπηρεσίες. Η παράβαση δε των προβλεπόμενών στις διατάξεις του εν λόγω Κανονισμού Δεοντολογίας ΕΠΕΥ, συνιστά παρανομία υπό την έννοια της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ, εφόσον δε, η εν λόγω παρανομία, διαπραχθείσα με υπαιτιότητα, επιφέρει αιτιωδώς ζημία στον επενδυτή, υποχρεώνει τον παρανομούντα σε αποζημίωση (ΑΠ 244/2016, ΑΠ 1028/2015, ΑΠ 1738/2013, ΑΠ 446/2010, ΕΑ 4841/2014, ΕΑ 770/2014 ΝΟΜΟΣ).
ΙΙΙ]. Σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 4 περ. α' του ν. 2251/1994 "προστασία καταναλωτών", όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 παρ. 5 του ν. 3587/2007 [χρόνος ισχύος 10/7/2007], καταναλωτής είναι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο για το οποίο προορίζονται τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες που προσφέρονται στην αγορά ή το οποίο κάνει χρήση τέτοιων προϊόντων ή υπηρεσιών, εφόσον αποτελεί τον τελικό αποδέκτη τους. Η θεσπισθείσα με τον άνω νόμο έννοια του καταναλωτή διηύρυνε τον κύκλο των προσώπων στα οποία παρέχεται η προβλεπόμενη από αυτόν προστασία, σε σχέση με τον κύκλο αυτών στα οποία αφορά η Οδηγία 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 5-4-1993, σε εφαρμογή της οποίας εκδόθηκε, και στα οποία παρείχε προστασία και ο προϊσχύσας υπ' αριθ. 1961/1991 νόμος. Τούτο δε, διότι σύμφωνα με το άρθρο 2 περ. β' της Οδηγίας "καταναλωτής είναι κάθε φυσικό πρόσωπο, το οποίο, κατά τις συμβάσεις που καλύπτει η παρούσα οδηγία, ενεργεί για σκοπούς οι οποίοι είναι άσχετοι με τις επαγγελματικές του δραστηριότητες", ενώ σύμφωνα με την αντίστοιχη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 2 του προϊσχύσαντος νόμου 1961/1991 "καταναλωτής είναι κάθε νομικό ή φυσικό πρόσωπο, που ενεργεί συναλλαγές με σκοπό την απόκτηση ή τη χρησιμοποίηση κινητών ή ακινήτων πραγμάτων ή υπηρεσιών για την ικανοποίηση μη επαγγελματικών αναγκών". Ειδικότερα, καταναλωτής, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του ν. 2251/1994, που είναι άξιος της σχετικής προστασίας του, είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, που αποκτά το προϊόν ή τις υπηρεσίες για ικανοποίηση όχι μόνο των ατομικών αλλά και των επαγγελματικών του αναγκών, αρκούντος απλώς και μόνον του γεγονότος ότι είναι ο τελικός αποδέκτης τούτων. (ΑΠ 1738/2009, ΑΠ 16/2009, ΑΠ 989/2004). Τέτοιος δε τελικός αποδέκτης, και όχι ενδιάμεσος, είναι εκείνος, που αναλίσκει ή χρησιμοποιεί το πράγμα σύμφωνα με τον προορισμό του, χωρίς να έχει την πρόθεση να το μεταβιβάσει αυτούσιο ή ύστερα από επεξεργασία σε άλλους αγοραστές, καθώς και αυτός που χρησιμοποιεί ο ίδιος την υπηρεσία και δεν τη διοχετεύει σε τρίτους. Η παραπάνω έννοια του καταναλωτή, κατά το ν. 2251/1994, αποσκοπεί, όπως προκύπτει και από την εισηγητική έκθεση του, στη διεύρυνση του υποκειμενικού πεδίου εφαρμογής των προστατευτικών κανόνων αυτού, διότι οι ορισμοί του προϊσχύσαντος Ν. 1961/1991, που περιόριζαν την έννοια του καταναλωτή σ' αυτόν που αποκτά προϊόντα ή υπηρεσίες για την ικανοποίηση μη επαγγελματικών του αναγκών, απέκλειαν ευρύτατες κατηγορίες καταναλωτών (ΟλΑΠ 13/2015 ΝΟΜΟΣ). Από τα παραπάνω προκύπτει, ότι δεν προστατεύεται κάθε ασθενέστερος συναλλασσόμενος αλλά μόνο εκείνος που συνάπτει την επίμαχη σύμβαση εκτός του πλαισίου των επαγγελματικών του σχέσεων. Για τη διαπίστωση της συνδρομής της ανωτέρω προϋπόθεσης δεν έχει σημασία η υποκειμενική του κατάσταση (αν λ.χ. το επάγγελμα του είναι άσχετο ή σχετικά με τη συγκεκριμένη σύμβαση), αλλά αν μπορεί να θεωρηθεί, κατ' αντικειμενική κρίση, ως επαγγελματίας στο πλαίσιο της συγκεκριμένης συναλλαγής. Κατά συνέπεια, ο αγοραστής τραπεζικών προϊόντων ή ο αποδέκτης τραπεζικών υπηρεσιών δεν μπορεί να θεωρηθεί εκ των προτέρων καταναλωτής, αποκλειστικά λόγω του γεγονότος ότι είναι αντισυμβαλλόμενος Τράπεζας. Η επίκληση και υπαγωγή στο προνομιακό καθεστώς προστασίας των διατάξεων του καταναλωτικού δικαίου, ιδιωτών επενδυτών, οι οποίοι, με γνώση και εμπειρία της αγοράς και σημαντική οικονομική επιφάνεια, ασχολούνται συστηματικά με προϊόντα και συναλλαγές υψηλής οικονομικής αξίας, αποβαίνει καταχρηστική, καθώς οι ανωτέρω συναλλασσόμενοι υπερβαίνουν κατά πολύ το πρότυπο του μέσου αποταμιευτή και δεν είναι απαραίτητη το αδύνατο μέρος της συγκεκριμένης συναλλαγής (ΕΛαρ. 806/2010, ΕΘεσ. 317/2009 ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, το άρθρο 8 του ν. 2251/1994, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 10 παρ. 3 ν. 3587/2007, ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι "ο παρέχων υπηρεσίες ευθύνεται για κάθε περιουσιακή ζημία ή ηθική βλάβη που προκάλεσε παράνομα και υπαίτια με πράξη ή παράλειψη του κατά την παροχή αυτών στον καταναλωτή" (παρ. 1 εδ. α'), ότι "ως παρέχων υπηρεσίες θεωρείται όποιος παρέχει κατά τρόπο ανεξάρτητο υπηρεσία στο πλαίσιο της άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας" (παρ. 2 εδ. β'), ότι "ο ζημιωθείς υποχρεούται να αποδείξει τη ζημία και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της παροχής της υπηρεσίας και της ζημίας" (παρ. 3), ότι "ο παρέχων τις υπηρεσίες φέρει το βάρος της απόδειξης της έλλειψης παρανομίας και υπαιτιότητας" (παρ. 4 εδ. α'), ότι "για την εκτίμηση της έλλειψης υπαιτιότητας λαμβάνονται υπόψη η ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια και το σύνολο των ειδικών συνθηκών και ιδιαίτερα: α) η φύση και το αντικείμενο της υπηρεσίας, ιδίως σε σχέση με τον βαθμό επικινδυνότητας της, β) η παρουσίαση και ο τρόπος παροχής της, γ) ο χρόνος παροχής της, δ) η αξία της παρεχόμενης υπηρεσίας, ε) η ελευθερία δράσης που αφήνεται στον ζημιωθέντα στο πλαίσιο της υπηρεσίας, στ) το αν ο ζημιωθείς ανήκει σε κατηγορία μειονεκτούντων ή ευπρόσβλητων προσώπων και ζ) το αν η παρεχόμενη υπηρεσία αποτελεί εθελοντική προσφορά του παρέχοντος" (παρ. 4 εδ. β1) και ότι "μόνη η ύπαρξη ή δυνατότητα τελειότερης υπηρεσίας κατά τον χρόνο παροχής της υπηρεσίας ή μεταγενέστερα δεν συνιστά δίχως άλλο υπαιτιότητα" (παρ. 5). Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι η ευθύνη του παρέχοντος υπηρεσίες, ο οποίος κατά την έννοια της διάταξης αυτής δύναται να είναι και τράπεζα έναντι του πελάτη της ή άλλου με αυτή συμβεβλημένου προσώπου μπορεί να είναι είτε ενδοσυμβατική είτε αδικοπρακτική, ανεξάρτητα από προϋφιστάμενη ενοχική σχέση μεταξύ παρέχοντος τις υπηρεσίες και ζημιωθέντος. Περαιτέρω, θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι μεταξύ της διαμεσολαβούσης τράπεζας και του πελάτη υπάρχει οπωσδήποτε σύμβαση με αντικείμενο την παροχή επενδυτικών συμβουλών, η οποία προϋποθέτει την υποχρέωση της τράπεζας να δίνει συμβουλές στους πελάτες της για χρηματοπιστωτικά προϊόντα και η οποία έχει συναφθεί σιωπηρά, έστω και αν δεν έχει τηρηθεί κάποιος τύπος, πράγμα που είναι σύνηθες στην πράξη. Στοιχεία που φανερώνουν τη δικαιοπρακτική βούληση των μερών σε τέτοιες περιπτώσεις είναι, πρώτον, ότι για τον παρέχοντα επενδυτικές υπηρεσίες είναι προφανές ότι η πληροφόρηση έχει μεγάλη σημασία για τον δυνητικό επενδυτή, αφού θα αποτελέσει για αυτόν την βάση για την λήψη σοβαρών αποφάσεων για επένδυση των κεφαλαίων του. Δεύτερο στοιχείο που μπορεί να αναφερθεί είναι ότι καθώς ο μέσος επενδυτής είναι συνήθως άπειρος, ενώ οι επιχειρήσεις αυτές διαθέτουν ειδικές γνώσεις για τις χρηματιστηριακές συναλλαγές, ο επενδυτής αποφασίζει με βάση τις συμβουλές των εν λόγω επιχειρήσεων, τις εμπιστεύεται και περιμένει μια υπεύθυνη πληροφόρηση, η παροχή της οποίας ανάγεται στην επαγγελματική ενασχόληση τους. Τέλος, οι εν λόγω επιχειρήσεις έχουν και ίδιο οικονομικό όφελος για την παροχή των συμβουλών τους, άμεσο ή τουλάχιστον έμμεσο (ΑΠ 1028/2015 ΝΟΜΟΣ).
Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, που εξετάσθηκαν νόμιμα στο ακροατήριο του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιέχονται στα νομίμως προσκομιζόμενα με επίκληση ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι με τις προτάσεις αυτής της συζήτησης, τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, χωρίς όμως η ρητή αναφορά ορισμένων εκ των ανωτέρω εγγράφων να προσδίδει σ' αυτά αυξημένη αποδεικτική δύναμη σε σχέση με τα λοιπά με επίκληση προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, για τα οποία δεν γίνεται ειδική για το καθένα μνεία, που είναι όμως ισοδύναμα και όλα ανεξαιρέτως συνεκτιμώνται για την ουσιαστική διάγνωση της ένδικης διαφοράς (ΑΠ 1628/2003 Δνη 2004/723) αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Ο εφεσίβλητος– ενάγων, ηλικίας κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής 55 ετών, είναι ιατρός ψυχίατρος και εργάζεται στο νοσοκομείο του Ερυθρού Σταυρού ως διευθυντής της ψυχιατρικής κλινικής. Η εκκαλούσα είναι καθολική διάδοχος της ανώνυμης εταιρίας παροχής επενδυτικών υπηρεσιών με την επωνυμία «Ευρωπαϊκή Πίστη Finance ΑΕΠΕΥ» από τις αρχές του έτους 2010, οπότε και την απορρόφησε λόγω συγχώνευσης κατόπιν των από 22/12/2009 γενικών συνελεύσεων των δύο εταιριών (ΦΕΚ 1151/12-02-2010 και 1159/12-02-2010). Στις 13-7-2007 μεταξύ του ενάγοντος και της εταιρίας «Ευρωπαϊκή Πίστη Finance ΑΕΠΕΥ» {εφεξής ΑΕΠΕΥ} καταρτίστηκε σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, δυνάμει της οποίας η τελευταία ανέλαβε τη διαβίβαση παραγγελιών του ενάγοντος – επενδυτή αμέσως ή εμμέσως σε τρίτους για την κατάρτιση συναλλαγών επί αξιών και τίτλων της χρηματαγοράς για λογαριασμό του, καθώς και την παροχή επενδυτικών συμβουλών σ' αυτόν κατόπιν σχετικού αιτήματος του (άρθρο 2.2 της σύμβασης). Με το άρθρο 5 του εντύπου «Β ΓΕΝΙΚΟΙ ΟΡΟΙ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ» που αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος της σύμβασης ορίζεται ότι «Κατά την παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών από την ΕΠΕΥ προς τον επενδυτή ως προς θέματα που αφορούν αγορές χρημάτων και κεφαλαίου η ΕΠΕΥ θα ευθύνεται μόνο για δόλο και βαριά αμέλεια των στελεχών, υπαλλήλων και εν γένει προστηθέντων της και μόνο για την αποκατάσταση της θετικής ζημίας που ήθελε υποστεί ο επενδυτής ένεκα της παροχής από την ΕΠΕΥ επενδυτικών συμβουλών. ...». Με το έντυπο «Ζ ΑΝΑΛΑΜΒΑΝΟΜΕΝΟΙ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΟΙ ΚΙΝΔΥΝΟΙ», που αποτελούσε και αυτό αναπόσπαστο μέρος της σύμβασης, ο ενάγων – επενδυτής, όταν επένδυε σε αξίες κατά την παροχή σ' αυτόν επενδυτικών υπηρεσιών από την ΕΠΕΥ, αναλάμβανε τους εξής ενδεχόμενους κινδύνους: (α) Πιστωτικός Κίνδυνος, ήτοι η αδυναμία του εκδότη αξιών να εκπληρώσει υποχρεώσεις του προς τους κατόχους των αξιών, όπως ενδεικτικά η πληρωμή μερίσματος, τοκομεριδίων κ.α. (β) Κίνδυνος χώρας, ήτοι οικονομικά κοινωνικά και πολιτικά γεγονότα σε μία τρίτη χώρα, που ενδεχομένως εμποδίζουν τους εκδότες αξιών να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους προς του κατόχους των αξιών. (γ) Κίνδυνος ρευστότητας, ήτοι αδυναμία πώλησης αξιών από πλευράς του επενδυτή, λόγω έλλειψης σχετικής ζήτησης αυτών. (δ) Συναλλαγματικός κίνδυνος, ήτοι επενδύσεις που έχουν εκφρασθεί σε ξένο νόμισμα ενδέχεται να υποστούν μείωση της αξίας τους ή και της απόδοσής τους λόγω υποτίμησης του ξένου νομίσματος ως προς το εγχώριο. (ε) Κίνδυνος επιτοκίου, ήτοι οι διακυμάνσεις των επιτοκίων επηρεάζουν, σε αντίθετη κατεύθυνση, τις τιμές των ομολόγων και των μετοχών, καθώς μία αύξηση των επιτοκίων ενδέχεται να προκαλέσει ουσιαστική μείωση της τιμής των μετοχών και των ομολογιών. (στ) Συστημικός κίνδυνος, ήτοι στην αδυναμία ενός ιδρύματος ή οργανισμού που συμμετέχει στην αγορά να εκπληρώσει της ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του καθώς θα προκαλέσει την αδυναμία άλλων ιδρυμάτων ή οργανισμών να εκπληρώσουν τις δικές τους υποχρεώσεις όταν αυτές καταστούν ληξιπρόθεσμες. (ζ) Μη Συστημικός κίνδυνος, ήτοι όταν η μεταβολή της τιμής της μετοχής οφείλεται σε λόγους που συνδέονται με τα οικονομικά αποτελέσματα της εταιρίας, τη δομή και τις διαδικασίες διοίκησης της εταιρίας ή τις οικονομικές εξελίξεις του κλάδου δραστηριότητας στον οποίο αυτή ανήκει και (η) Κίνδυνοι που απορρέουν από συναλλαγές σε παράγωγα χρηματοπιστωτικά μέσα, ήτοι όταν η ατελής συσχέτιση των μεταβολών των τιμών των παραγώγων και των μεταβολών των τιμών των υποκειμενικών μέσων ενδέχεται να προκαλέσει ζημία στον επενδυτή. Στο πλαίσιο αυτής της συμβατικής σχέσης, κατόπιν προτροπών των υπαλλήλων της ΕΠΕΥ, ο ενάγων στις 17/6/2006 έδωσε στην ΕΠΕΥ με φαξ την έγγραφη εντολή – παραγγελία, που της έδωσε η ΕΠΕΥ, αγοράς ομολόγων της τράπεζας ROYAL BANK OF SCOTLAND με πιστοληπτική ικανότητα Moodys Α1, S & Ρ A, Fitch AA, αορίστου χρόνου με ημερομηνία πιθανής ανάκλησης 31-12-2009 σταθερού επιτοκίου με κουπόνι 5,5% σε ευρώ στην τιμή 101,20 (πλην δεδουλευμένων τόκων) και απόδοση στη λήξη 5,10%, ονομαστικής αξίας [63.000 €] και συνολικό ποσό 65.681,74 . Αρχές του έτους 2007 οι υπάλληλοι της εναγομένης τον ενημέρωσαν ότι είχε έλθει ένα νέο πρόγραμμα της Lehman Brothers, που οι ίδιοι θεωρούσαν ιδιαιτέρως συμφέρον και ότι ήταν μία μεγάλη ευκαιρία. Ωστόσο, ο ίδιος ήταν επιφυλακτικός, γιατί δεν είχε προβλήματα από το άνω πρόγραμμα, που ήδη είχε, και τους απάντησε ότι θα το σκεφθεί. Στο μετέπειτα διάστημα υπάλληλοι της εναγομένης του τηλεφωνούσαν στο σπίτι προκειμένου να τον πείσουν να προβεί στην αγορά του νέου επενδυτικού προϊόντος. Μάλιστα ο υπάλληλος της εναγομένης ... (βλ. περί αυτού την κατάθεση του μάρτυρα της εναγομένης που εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου) επισκέφθηκε τον ενάγοντα στο χώρο της εργασίας του στο νοσοκομείο Ερυθρός Σταυρός, προκειμένου να τον πείσει να διακόψει το υπάρχον πρόγραμμα της ROYAL BANK OF SCOTLAND, ήτοι να το πωλήσει και τα χρήματα από την πώληση να τα επενδύσει στην αγορά ομολόγων της Lehman Brothers, καθόσον αυτό το πρόγραμμα, όπως του ανέφερε, εγγυόταν το κεφάλαιο και είχε καλύτερη απόδοση μακροπρόθεσμα. Μετά από αυτή τη σύντομη ενημέρωση και λόγω της 10ετούς περίπου προηγούμενης συνεργασίας του ενάγοντος με τον όμιλο της εναγομένης (ήταν πελάτης της «Ευρωπαϊκής Πίστης Α.Ε.Γ.Α»), όχι όμως σε τέτοιου είδους προϊόντα, πείστηκε από τις προτροπές του άνω υπαλλήλου της ΕΠΕΥ και στις 04/4/2007, προσδοκώντας μεγαλύτερη απόδοση από την αγορά του συγκεκριμένου επενδυτικού προϊόντος, όπως τον διαβεβαίωσε ο άνω υπάλληλος της ΕΠΕΥ και ότι το κεφάλαιο ήταν εγγυημένο, υπέγραψε την έγγραφη εντολή που του έδωσε ο άνω υπάλληλος και την έστειλε με φαξ στην εναγόμενη για πώληση του άνω τραπεζικού ομολόγου της ROYAL BANK OF SCOTLAND στην τιμή των 100,40 € για ονομαστική αξία 63.000 € και καθαρό εισπραχθέν ποσό 64.224,13. Παράλληλα την ίδια ημέρα (04/4/2007) με φαξ υπέγραψε την έγγραφη εντολή, που επίσης του έδωσε ο άνω υπάλληλος, και την έστειλε με φαξ στην εναγόμενη προκειμένου αυτή να προβεί στο όνομά του και για λογαριασμό του στην αγορά τραπεζικού ομολόγου της Lehman Brothers με πιστοληπτική ικανότητα FITCH Α αορίστου χρόνου με ημερομηνία πιθανής ανάκλησης 26/4/2012 σταθερού επιτοκίου με κουπόνι 5,75% σε ευρώ στην τιμή 101,70 (τιμή πλέον δεδουλευμένων τόκων) και απόδοση στην ανάκληση 5,34%. (βλ. σχετικές προσκομιζόμενες εντολές). Η εντολή αυτή ίσχυε για ονομαστική αξία 62.000 € και συνολικό πληρωτέο ποσό 63.796,30 €. Η άνω εντολή εκτελέστηκε από την ΕΠΕΥ και ο ενάγων απέκτησε το άνω ομόλογο. Σε συμμόρφωση με την από 01/11/2007 ισχύουσα υποχρέωση της ΕΠΕΥ να διενεργεί έλεγχο συμβατότητας ως προς τις εντολές που θα ελάμβανε από τότε και στο εξής από τον ενάγοντα ή έλεγχο καταλληλότητας κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 25 παρ. 5 και 4 του Ν. 3606/2007, στις 15/02/2008 στάλθηκε στον ενάγοντα από την ΕΠΕΥ ένα επενδυτικό ερωτηματολόγιο προς συμπλήρωση που αναφερόταν σε Επενδυτικά Προφίλ, και είχε να κάνει λόγο με την οικονομική του κατάσταση, τις πηγές του εισοδήματος του, την επενδυτική του εμπειρία, τον όγκο και τη συχνότητα των συναλλαγών του σε χρηματοπιστωτικά μέσα. Στο σχετικό ερωτηματολόγιο και στις τυποποιημένες απαντήσεις ο ενάγων απαντά ως εξής: «Μορφωτικό επίπεδο;». Απόφοιτος πανεπιστημίου. «Επάγγελμα;». Ιατρός. «Έχετε ασκήσει επάγγελμα που σχετίζεται με το χρηματοοικονομικό τομέα και τον τομέα επενδύσεων;». Όχι. «Πηγές εισοδήματος;». Επαγγελματική δραστηριότητα. «Βασικά περιουσιακά στοιχεία;». Ακίνητα και επενδύσεις σε χρηματαγορές ή στην κεφαλαιαγορά. «Ύπαρξη άλλων σημαντικών περιουσιακών στοιχείων του πελάτη πλην των επενδυόμενων μέσω της Εταιρίας;». Όχι. «Υποχρεώσεις;». Δάνεια, εγγυήσεις, εμπράγματα βάρη. «Τα ποσά που ο πελάτης σκοπεύει να επενδύσει μέσω της εταιρίας;». Αποτελούν τοποθέτηση περισσεύματος. «Επενδυτική εμπειρία;». Καμία. «Μέγεθος επενδυτικής εμπειρίας;». Μεγάλη (πάνω από 5 χρόνια). «Προηγούμενες επενδύσεις;». Αμοιβαία κεφάλαια. «Διαχείριση χαρτοφυλακίου;». Αμοιβαία κεφάλαια. «Όγκος και συχνότητα συναλλαγών σε χρηματοπιστωτικά μέσα;». Πολύ μικρή (μικρότερη από μία συναλλαγή το εξάμηνο). «Όγκος συναλλαγών τα παρελθόντα τρία έτη σε ετήσια βάση;». Κάτω των 100.000 €. «Ως προς ποίο έτος γίνεται η αναφορά;». 2006. «Χρονικός ορίζοντας των επενδύσεων που ο πελάτης σκοπεύει να πραγματοποιήσει μέσω της εταιρίας;». ʼνω των τριών ετών. «Σε ποια από τις παρακάτω κατηγορίες θα κατατάσσατε τον εαυτό σας;». Δεν επιθυμεί να αναλάβει μεγάλο ρίσκο και γι’ αυτό δεν επενδύει σε παράγωγα (βλ. σχετικό προσκομιζόμενο ερωτηματολόγιο). Από τις απαντήσεις στο ως άνω επενδυτικό ερωτηματολόγιο προκύπτει ότι η βασική πηγή εισοδήματος του ενάγοντος ήταν το επάγγελμά του, τα περιουσιακά του στοιχεία αποτελούνταν από ακίνητα και επενδύσεις σε χρηματαγορές, η εμπειρία του ήταν πέντε ετών σε επενδύσεις αμοιβαίων κεφαλαίων, ο όγκος και η συχνότητα των συναλλαγών του ήταν πολύ μικρή, ενώ από το περιεχόμενο του άνω εγγράφου σε συνδυασμό με την κατάθεση του μάρτυρα του ενάγοντος, αποδεικνύεται πλήρως ότι αυτός δεν ήθελε επένδυση ρίσκου, αλλά εξασφαλισμένο κεφάλαιο με απόδοση τόκων. Ο ενάγων δηλαδή τα έτη 2006 και 2007 είχε το προφίλ του συντηρητικού επενδυτή, καθόσον δεν είχε επαρκή γνώση των χαρακτηριστικών του επίμαχου χρηματοπιστωτικού μέσου, το δε υψηλό του μορφωτικό επίπεδο αφορούσε το εξειδικευμένο γνωστικό του αντικείμενο και δεν ήταν διατεθειμένος να προβεί σε υψηλού κινδύνου επενδύσεις για να αποκτήσει τα υψηλότερα δυνατά οφέλη. Ανέμενε κατά τη λήξη της επένδυσης να λάβει στο ακέραιο το ποσό της κατάθεσης και ένα επιτόκιο το οποίο θα ήταν ανώτερο από το τραπεζικό. Αυτό εξάλλου τον διαβεβαίωσε και ο άνω εντεταλμένος υπάλληλος της ΕΠΕΥ, ότι δηλαδή το κεφάλαιο που θα επένδυε θα ήταν προστατευμένο (εγγυημένο). Συνεπώς ο ενάγων, σύμφωνα με τις αναφερόμενες στις υπό στοιχείο (III) νομικές σκέψεις, υπάγεται στην έννοια του καταναλωτή και τυγχάνει της προστασίας του Ν. 2251/1994, αφού δεν υπερβαίνει το πρότυπο του μέσου αποταμιευτή, καθόσον τα ποσά που επένδυε δεν ήταν ιδιαίτερα υψηλά, η ενασχόλησή του με προϊόντα και συναλλαγές υψηλής οικονομικής αξίας δεν ήταν συστηματική ούτε υπερέβαινε το μέσο όρο των καταναλωτών με τα δικά του ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και δεν διέθετε εμπειρία από συναλλαγές αυτού του είδους. Δηλαδή δεν μπορεί να θεωρηθεί, κατ' αντικειμενική κρίση, ως επαγγελματίας στο πλαίσιο της συγκεκριμένης συναλλαγής. Στις 15/9/2008 η εταιρία Brothers Holdings Inc, μητρική εταιρία της εκδότριας του άνω ομολόγου Lehman Brothers που κατείχε ο ενάγων πτώχευσε, γεγονός που είχε σαν απαρχή το ξέσπασμα της μεγάλης παγκόσμιας οικονομικής κρίσης. Το Σεπτέμβριο του 2008 η ΕΠΕΥ ενημέρωσε τον ενάγοντα για την πλήρη απαξίωση του επενδυτικού προϊόντος της Lehman Brothers UK που διατηρούσε ο τελευταίος στο χαρτοφυλάκιο του στην δευτερογενή αγορά. Το κτηθέν από τον ενάγοντα ένδικο επενδυτικό προϊόν ανήκει στην κατηγορία των, κατά ευρέως διαδεδομένη αντίληψη, λεγόμενων "perpetual  bonds", δηλαδή "ομόλογα ατελεύτητης διάρκειας", άλλως, "διηνεκή" ή "αιώνια" ή "αόριστης διάρκειας". Συνιστούν ομολογίες, οι οποίες εκδίδονται ως ονομαστικά ή ανώνυμα αξιόγραφα {χρεόγραφα, τίτλοι παραστατικοί αξίας) στο πλαίσιο σύναψης ομολογιακού δανείου από μία ανώνυμη εταιρεία ή ένα κράτος, και παρέχουν στον κομιστή, ο οποίος καταβάλλει στον εκδότη κατά την απόκτηση των αξιόγραφων την ονομαστική τους αξία, δικαίωμα απόληψης των συμφωνημένων, σε υψηλά συνήθως επίπεδα, τόκων. Οι τίτλοι αυτοί, παρέχουν μεν στον κομιστή, (ο οποίος καταβάλει στον εκδότη κατά την κτήση τους την ονομαστική τους αξία), δικαίωμα απόληψης των ανωτέρω τόκων, όχι, όμως, και το βασικό δικαίωμα να ζητήσει από τον εκδότη την επιστροφή της καταβεβλημένης αξίας τους σε κάποιο απώτερο χρόνο λήξης τους. Ο κομιστής, δηλαδή, ενός τέτοιου ομολόγου δεν δικαιούται σε παράδοση επιστροφή του ομολόγου στον εκδότη του προς τον σκοπό είσπραξης της ονομαστικής του αξίας μετά την λήξη μιας συμφωνηθείσας διάρκειας ή οποτεδήποτε. Ο εκδότης, αντιθέτως, διατηρεί το δικαίωμα της μονομερούς ανάκλησης του ομολόγου, κατ' ελεύθερη αυτού βούλησή του. Οι τίτλοι αυτοί χαρακτηρίζονται ως υβριδικοί καθώς παρουσιάζουν ομοιότητες τόσο με τα ομόλογα των ομολογιακών δανείων, όσο και με τις προνομιούχες μετοχές χωρίς δικαίωμα ψήφου, χωρίς, ωστόσο, να ταυτίζονται με κανένα εκ των δύο. Συνεπώς, είναι προφανές ότι τα ομόλογα ατελεύτητης ή αόριστης διάρκειας ( perpetual  bonds) δεν είναι απλά στην σύλληψη και στην λειτουργία τους επενδυτικά προϊόντα, με αποτέλεσμα οι παρέχουσες επενδυτικές υπηρεσίες ανώνυμες εταιρείες να υπέχουν ιδιαιτέρως αυξημένη υποχρέωση ενημέρωσης του εκάστοτε πελάτη τους επενδυτή, δεδομένου ότι η χρήση και κυκλοφορία των  perpetual  bonds ως ομολόγων, ομολογιακού δανείου, αποδίδει μια ψευδή, εικονική εικόνα, ικανή να παραπλανήσει τον οποιονδήποτε, ακόμη και τον πιο βαθύ γνώστη επενδυτή, ως προς την νομική φύση και την λειτουργία τους. Στο ένδικο επενδυτικό προϊόν της Lehman Brothers, όπως προαναφέρθηκε, αναγράφεται ότι είναι αόριστης διάρκειας με πιθανή ημερομηνία ανάκλησης την 26/4/2012. Η ΕΠΕΥ όμως δια των προστηθέντων υπαλλήλων της και δη του ... που επισκέφθηκε τον ενάγοντα στο χώρο της εργασίας του και του συνέστησαν να προβεί στην αγορά του επίμαχου ομολόγου, δεν του εξήγησαν και δεν τον ενημέρωσαν την έννοια και τη λειτουργία αυτού, όπως είχε ιδιαιτέρως αυξημένη υποχρέωση ενημέρωσης, δεδομένου ότι δεν ήταν απλό στη σύλληψη και τη λειτουργία του και ήταν ικανό να παραπλανήσει και τον πιο βαθύ γνώστη επενδυτή, πόσο μάλλον τον ενάγοντα που δεν είχε γνώσεις για τέτοιου είδους επενδύσεις παρά μόνο σε αμοιβαία κεφάλαια. Ειδικότερα η ΕΠΕΥ, δια των προστηθέντων υπαλλήλων της, δεν εξήγησε και δεν ενημέρωσε τον ενάγοντα ότι (α) παρόλο που στο επίμαχο επενδυτικό προϊόν αναγράφεται πιθανή ημερομηνία ανάκλησης, μόνον ο εκδότης και όχι ο κάτοχος είχε δικαίωμα να το ανακαλέσει, (β) ότι δεν είχε δικαίωμα παράδοσης –επιστροφής αυτού στον εκδότη αυτού προς είσπραξη της ονομαστικής του αξίας, (γ) δεν τον ενημέρωσε εγγράφως για τη φύση αυτού, μολονότι ήταν ένα σύνθετο επενδυτικό προϊόν που ανήκε στην κατηγορία των  perpetual bonds, ούτε του παρουσίασε αναλυτικά τους επενδυτικούς κινδύνους που διέτρεχε ειδικά το συγκεκριμένο επενδυτικό προϊόν μη αρκούσας της γενικής αναφοράς των επενδυτικών κινδύνων που αναφέρονταν στη σύμβαση επενδυτικών υπηρεσιών που υπογράφτηκε μεταξύ τους και (δ) δεν φρόντισε η ΕΠΕΥ, πριν συμβουλεύσει τον ενάγοντα να προβεί στην αγορά του επίμαχου επενδυτικού προϊόντος, να λάβει εγγράφως τα αναγκαία στοιχεία για την κατηγοριοποίηση του ενάγοντος και τη διαμόρφωση των πληροφοριών και συμβουλών που παρείχε σ' αυτόν, έτσι ώστε να είναι ενήμερος των επενδυτικών του στόχων. Αντιθέτως ο προαναφερθείς προστηθείς υπάλληλος της εναγομένης αρκέσθηκε σε μία προφορική ενημέρωση του ενάγοντος, κατά την οποία τον διαβεβαίωνε ότι το συγκεκριμένο επενδυτικό προϊόν είχε καλύτερη απόδοση και ότι το κεφάλαιο του ήταν εγγυημένο και δεν διέτρεχε κανένα κίνδυνο, με αποτέλεσμα να δημιουργήσει στον ενάγοντα πεπλανημένη εντύπωση ότι επρόκειτο για μία ασφαλή αγορά επενδυτικού προϊόντος ως προς το κεφάλαιο που θα διέθετε. Αν ο προστηθείς υπάλληλος της εναγομένης είχε εξηγήσει στον ενάγοντα ότι υπάρχει πιθανότητα απώλειας του κεφαλαίου του που θα διέθετε για την αγορά του συγκεκριμένου επενδυτικού προϊόντος δεν θα είχε δώσει, ως συντηρητικός επενδυτής που ήταν, εντολή στην ΕΠΕΥ να προβεί στην αγορά τούτου. Ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι ο ενάγων είχε διενεργήσει στο άμεσο παρελθόν συναλλαγή επί προϊόντος του ίδιου τύπου με το επίδικο, ήτοι ομόλογο αορίστου διαρκείας ROYAL BANK OF SCOTLAND και επομένως γνώριζε τη φύση, τη λειτουργία και τους κινδύνους τέτοιων ομολόγων δεν ευσταθεί γιατί και το ομόλογο έκδοσης της ROYAL BANK OF SCOTLAND το απέκτησε ο ενάγων μετά από πρόταση της εναγομένης, χωρίς όμως να προηγηθεί από την τελευταία ενημέρωση για τα χαρακτηριστικά αυτού και τους κινδύνους εξ αυτού, αφού αυτός δεν είχε γνώση και εμπειρία για τέτοιου είδους επενδυτικά προϊόντα (μέχρι τότε η όποια εμπειρία του ήταν σε αμοιβαία κεφάλαια) και κατά σύστασή της και όχι με δική του επενδυτική πρωτοβουλία το άλλαξε με το επίμαχο. Η δήλωση του ενάγοντος που περιλαμβάνεται στην παρ. 11.4 των Γενικών όρων παροχής επενδυτικών υπηρεσιών η οποία αναφέρει «ο επενδυτής δηλώνει ότι έχει πλήρη επίγνωση των κινδύνων που συνεπάγεται η επένδυση σε κινητές αξίες, καθώς και σε παράγωγα αυτών, και ότι έχει την οικονομική δυνατότητα να αντεπεξέλθει σε τυχόν ολοκληρωτική απώλεια των επενδύσεων αυτών» δεν αναιρεί τα ανωτέρω για τον εξής λόγο. Πέραν του ότι επρόκειτο για μία σύμβαση προσχώρησης ασθενούς μέρους (ενάγοντος) προς το ισχυρό (εναγόμενη), ο άνω όρος αναφέρεται γενικά σε κινδύνους επένδυσης σε κινητές αξίες και παράγωγα αυτών και δεν αφορά το συγκεκριμένο σύνθετο επενδυτικό προϊόν, τη φύση, τη λειτουργία και τους κινδύνους του οποίου ουδέποτε ανακοίνωσε η εναγομένη στον ενάγοντα και ειδικά ότι υπήρχε κίνδυνος να απωλέσει το κεφάλαιο που τοποθετούσε στο εν λόγω προϊόν για οιονδήποτε λόγο ως και ότι δεν μπορούσε να πάρει το κεφάλαιο κατά τη λήξη του όπως επιθυμούσε ο ενάγων. Ο ισχυρισμός της εκκαλούσας ότι δεν φέρει καμία ευθύνη γιατί στη σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών αναφέρεται (όρος 3.2) ότι «η ΕΠΕΥ δεν φέρει οποιαδήποτε ευθύνη για την όποια ζημία ήθελε υποστεί ο Επενδυτής από συναλλαγή που καταρτίσθηκε σε εκτέλεση παραγγελίας του, ο δε επενδυτής ρητά δηλώνει ότι οποιαδήποτε παραγγελία που δίνεται προς την ΕΠΕΥ είναι απόρροια της ελεύθερης επιλογής του χωρίς να εξαρτάται καθόλου από επενδυτικές συστάσεις ή συμβουλές» δεν ευσταθεί. Η διατύπωση της σύμβασης έγινε από την ΕΠΕΥ στην οποία προσχώρησε ο ενάγων ως το ασθενές μέρος ενώ ο άνω όρος είναι αντιφατικός αφού αναφέρεται η παροχή εκ μέρους της ΕΠΕΥ συμβουλών για επενδυτικά προϊόντα και στη συνέχεια ότι αυτή δεν θα φέρει καμία ευθύνη για τις παρασχεθείσες συμβουλές στις οποίες στηρίχθηκε ο ενάγων και προχώρησε στην αγορά του επενδυτικού προϊόντος έστω και αν παρασχέθηκαν ελλιπείς και μη κατάλληλες συμβουλές και η ΕΠΕΥ παραβίασε την υποχρέωση ενημέρωσης. Και στην προκείμενη περίπτωση αποδείχθηκε ότι ο ενάγων δεν ενημερώθηκε προσυμβατικά με πλήρη ανάλυση των όρων και χαρακτηριστικών του επίμαχου σύνθετου ομολόγου, καθώς και των, τυχόν επενδυτικών κινδύνων εξ αυτού, αλλά αντίθετα αποδείχθηκε ότι δημιουργήθηκε σ' αυτόν εντελώς εσφαλμένη εικόνα για το τι αγόρασε. Κατέστη φανερό ότι ο ως άνω υπάλληλος προστηθείς από την εναγόμενη, δεν παρείχε ορθές και πλήρεις συμβουλές στον ενάγοντα, αλλά ούτε και επαρκείς πληροφορίες για το επενδυτικό προϊόν, το οποίο εκείνος αγόρασε. Έτσι δεν ανέλυσε, ως όφειλε, ότι τα συγκεκριμένα ομόλογα είχαν τον πιο πάνω χαρακτήρα και ήταν υψηλού ρίσκου και ότι ο ενάγων δεν είχε δικαίωμα να πάρει το κεφάλαιο του κατά τη λήξη του στο ακέραιο, όπως επιθυμούσε. Με τον ίδιο τρόπο, η εναγόμενη είχε υποχρέωση να ερευνήσει και να λάβει υπόψη τις ανάγκες του ενάγοντος, ως αυτές είχαν διατυπωθεί προφορικά, και σύμφωνα με τις οποίες ο ίδιος ενδιαφερόταν για ρευστοποίηση του κεφαλαίου του βασιζόμενος σε βραχυπρόθεσμη γενικά επένδυση, στόχοι οι οποίοι, με την επιλογή του άνω επενδυτικού προϊόντος, σύμφωνα με όσα προηγήθηκαν, δεν μπορούσαν να επιτευχθούν. Έτσι, δικαιολογημένα θεώρησε ο ενάγων μέχρι το έτος 2012 ότι ως ημερομηνία λήξεως του επίμαχου ομολόγου ίσχυε η ημερομηνία ανάκλησης. Με τον τρόπο που ενήργησε η εναγομένη δια των προστηθέντων υπαλλήλων της παραβίασε τις συναλλακτικές της υποχρεώσεις, ως το περιεχόμενο τους προσδιορίζεται σύμφωνα με τους κανόνες των άρθρων 281 και 288 ΑΚ. Η παράλειψη αυτή της εναγόμενης ανάγεται στην καταβολή κάθε δυνατής επιμέλειας για την εκπλήρωση της υποχρέωσης ενημέρωσης, διαφώτισης και παροχής κατάλληλης συμβουλής, ήτοι στην παράβαση των προβλεπομένων στις διατάξεις του Κανονισμού Δεοντολογίας των Εταιρειών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών, όπως αναφέρθηκαν στις υπό στοιχεία (ΙΙ) νομικές σκέψεις και η οποία (αμελής συμπεριφορά) συνιστά το πραγματικό του κανόνα δικαίου του άρθρου 914 ΑΚ. Έτσι συνάγεται ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις αποζημίωσης του ενάγοντος για την οποία ευθύνεται ή εναγόμενη, εφόσον σύμφωνα με το άρθρο 922 ΑΚ η πρώτη υπέστη ζημία από την πλημμελή εκπλήρωση των άνω καθηκόντων του υπαλλήλου-προστηθέντος της εναγόμενης και η οποία πλημμελής εκπλήρωση οδήγησε αιτιωδώς στην άνω ζημία της. Η θετική ζημία της ενάγουσας συνίσταται στο ποσό (ονομαστική αξία) που κατέβαλε για την αγορά των άνω επενδυτικού προϊόντος και συγκεκριμένα το ποσό των 62.000 ευρώ, δεδομένου ότι δεν υπάρχει αντιστοιχία μεταξύ αυτού και της αξίας του επίμαχου ομολόγου. Η άνω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της εναγομένης κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ήταν πράγματι πρόσφορη να προκαλέσει το ζημιογόνο αποτέλεσμα, το οποίο και προκάλεσε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Συνδέεται δε αιτιωδώς με την επελθούσα ζημία του ενάγοντος, αφού αυτή προκλήθηκε, γιατί η επένδυση επιχειρήθηκε χωρίς να παρασχεθεί στον ενάγοντα η αναγκαία ενημέρωση και διαφώτιση, ώστε να κατανοήσει αυτός τη μορφή, τη φύση, το περιεχόμενο και τη λειτουργία της επένδυσης και να αποφασίσει ελεύθερα πλέον αν θα προβεί σ' αυτήν. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ομοίως ορθώς το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και οι 1ος και 2ος λόγοι της έφεσης με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Περαιτέρω, εξ αιτίας της άνω παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς των προστηθέντων υπαλλήλων της εναγομένης ήταν να υποστεί ο ενάγων ηθική βλάβη. Αυτή συνίσταται στη στενοχώρια και στη θλίψη που δοκίμασε από την απώλεια των διατεθέντων, προς αγορά του εν λόγω επενδυτικού προϊόντος, χρημάτων του. Επομένως, δικαιούται χρηματικής ικανοποιήσεως, την οποία το Δικαστήριο καθορίζει στο, εύλογο κατά την κρίση του, ποσό των χιλίων (1.000) ευρώ λαμβάνοντας προς τούτο υπόψη του την αρχή της αναλογικότητας (ΟλΑΠ 9/2015) καθώς και: α) τον βαθμό του πταίσματος του προστηθέντος υπαλλήλου της εναγομένης, β) το είδος και την έκταση της περιουσιακής ζημίας που προκλήθηκε στον ενάγοντα και γ) την κοινωνικοοικονομική θέση και κατάσταση των μερών (ο ενάγων είναι ιατρός σε δημόσιο νοσοκομείο και η εναγομένη ανώνυμη εταιρεία). Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε ομοίως ορθώς το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και ο σχετικός τρίτος λόγος έφεσης με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Με τον τέταρτο και τελευταίο λόγο της έφεσης η εκκαλούσα – εναγόμενη παραπονείται ότι εσφαλμένα η εκκαλούμενη απόφαση επιδίκασε σε βάρος της, μέρος της δικαστικής δαπάνης του ενάγοντος ύφους 2.500 €. Με βάση το επιδικαζόμενο ποσό των 63.000 ευρώ η δικαστική δαπάνη του ενάγοντος ανέρχονταν σε 2.531 € [63.000 € Χ 3% για σύνταξη αγωγής και προτάσεις = 1.890 € + 139 € για παράσταση = 2.029 € + 462 € η αναλογία του δικαστικού ενσήμου επί του επιδικαζόμενου ποσού = 2.491 € + 40 € η επίδοση της αγωγής = 2.531 € χωρίς να υπολογίζονται τα επικολληθέντα ένσημα και τα έξοδα φωτοαντιγράφων]. Δεν έσφαλε επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που προσδιόρισε το μέρος της δικαστικής δαπάνης του ενάγοντος, που βάρυνε την εναγόμενη, στο ποσό των 2.500 € και ο σχετικός λόγος της έφεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατ' ακολουθία όλων αυτών πρέπει: (α) να απορριφθεί η έφεση, (β) να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο κατ' εφαρμογή του άρθρου 495 § 4 του ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος 4 προστέθηκε με παρ. 2 του άρθρου 12 του Ν. 4055/2012 και το δεύτερο εδάφιο της προστέθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 93 του Ν. 4139/20-3-2013 και (γ) να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του εφεσίβλητου αυτού του βαθμού δικαιοδοσίας, κατόπιν σχετικού αιτήματος του, σε βάρος της εκκαλούσας που ηττάται στη δίκη (176, 183, 191 § 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ κατ' αντιμωλία των διαδίκων.
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά την με αριθμό κατάθεσης 167/08-01-2015 έφεση κατά της υπ' αριθμόν 6.915/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ αυτή κατ' ουσία.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου των διακοσίων ευρώ (200 €) της έφεσης, το οποίο κατατέθηκε με τα υπ' αριθμόν 1476280 και 1476281/08-01-2015 Σειρά Α' παράβολα του Δημοσίου, αξίας εκάστου σαράντα ευρώ (40€) και τα υπ' αριθμόν 10.5010 και 10.5011/08-01-2015 Σειρά Α', αξίας εκάστου εξήντα ευρώ (60€), στο Δημόσιο Ταμείο.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος της εκκαλούσας τα δικαστικά έξοδα του εφεσιβλήτου, αυτού του βαθμού δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων τετρακοσίων πενήντα (1.450) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στην Αθήνα στις 30 Μαρτίου 2017 σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, χωρίς να παρίστανται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοί τους δικηγόροι.
Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ 
________________________________________
Πρόεδρος:     Βασίλειος Κωστόπουλος
Δικηγόροι:     Εμμανουήλ Κόμης, Δομίνικος Αρβανίτης
Λήμματα:     Ευθύνη Ανώνυμης Εταιρίας Διαχείρισης Αμοιβαίων Κεφαλαίων ,Αδικοπραξία ,Έννοια καταναλωτή
________________________________________
ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ
      Δημοσίευση:     ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΔΣΑ
           

Η ιστοσελίδα αυτή είναι ένα εργαλείο επικοινωνίας από μια ανεξάρτητη ομάδα ομολογιούχων της Τράπεζας Κύπρου που εν αγνοία τους από καταθέτες έγιναν, με παραπλάνηση, ομολογιούχοι-επενδυτές και τώρα μέτοχοι του ενός cent. Σκοπός της ιστοσελίδας είναι να συντονίσει τον αγώνα μας σε όλα τα επίπεδα και με όλα τα μέσα.