Κάτοχοι αξιόγραφων τράπεζας Κύπρου Ελλάδος


ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ Αριθ. Απόφασης: 10145 Ετος: 2016

Αποζημίωση από αδικοπραξία - Εταιρία Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών - Επενδυτικές υπηρεσίες - Αγορά ομολόγων - Ομόλογα αόριστης διάρκειας - Ενημέρωση επενδυτή - Προσυμβατική ευθύνη - Ένσταση συνυπολογισμού ζημίας και κέρδους - Ένσταση καταλογισμού οφέλους -. Προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας. ομόλογα ατελεύτητης διάρκειας", άλλως, "διηνεκή" ή "αιώνια" ή "αόριστης διάρκειας", ομόλογα, συνιστούν ομολογίες, οι οποίες εκδίδονται ως ονομαστικά ή ανώνυμα αξιόγραφα (χρεόγραφα, τίτλοι παραστατικοί αξίας) στο πλαίσιο σύναψης ομολογιακού δανείου από μία ανώνυμη εταιρεία ή ένα κράτος, και παρέχουν στον κομιστή, ο οποίος καταβάλλει στον εκδότη κατά την απόκτηση των αξιόγραφων την ονομαστική τους αξία, δικαίωμα απόληψης των συμφωνημένων, σε υψηλά συνήθως επίπεδα, τόκων. Οι τίτλοι αυτοί, παρέχουν μεν στον κομιστή, δικαίωμα απόληψης των ανωτέρω τόκων, όχι, όμως, και το βασικό δικαίωμα να ζητήσει από τον εκδότη την επιστροφή της καταβεβλημένης αξίας τους σε κάποιο απώτερο χρόνο λήξης τους. Είναι προφανές ότι τα ομόλογα ατελεύτητης ή αόριστης διάρκειας δεν είναι απλά στην σύλληψη και στην λειτουργία τους επενδυτικά προϊόντα, με αποτέλεσμα οι παρέχουσες επενδυτικές υπηρεσίες ανώνυμες εταιρείες να υπέχουν ιδιαιτέρως αυξημένη υποχρέωση ενημέρωσης του εκάστοτε πελάτη τους επενδυτή, δεδομένου ότι η χρήση και κυκλοφορία των perpetual bonds ως ομολόγων, ομολογιακού δανείου, αποδίδει μια ψευδή, εικονική εικόνα, ικανή να παραπλανήσει τον οποιονδήποτε, ακόμη και τον πιο βαθύ γνώστη επενδυτή, ως προς την νομική φύση και την λειτουργία τους. Δέχεται εν μέρει αγωγή.


TO ΠOΛYMEΛEΣ ΠPΩTOΔIKEIO ΘEΣΣAΛONIKHΣ

TAKTIKH ΔIAΔIKAΣIA

ΣYΓKPOTHΘHKE από τους Δικαστές Θεοκτή Νικολαίδου, Πρόεδρο Πρωτοδικών, Αντώνιο Βαθρακοκοίλη, Πρωτοδίκη, Ελεονώρα Λινάκη, Πρωτοδίκη – Εισηγήτρια και από τη Γραμματέα Σοφία Χρηματοπούλου.

ΣYNEΔPIAΣE δημόσια στο ακροατήριό του στις 27 Απριλίου 2015, για να δικάσει την υπ’ αριθμ. εκθ. κατάθεσης ../19-12-2014 αγωγή, με αντικείμενο την επιδίκαση απαίτησης μεταξύ:

ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ: 1) .. του .., 2) .. του .., 3) .. του .. και 4) .. συζύγου .., κατοίκων Βεροίας, οι οποίοι παραστάθηκαν στο Δικαστήριο ο πρώτος μετά και οι λοιποί διά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Κλεάνθη Βουλκίδη (AMΔΣ Θεσσαλονίκης 1582), που κατέθεσε προτάσεις. Παραστάθηκε επίσης η ασκούμενη δικηγόρος Δήμητρα Τσαμπούρη.

ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ: εδρεύουσας στην Αθήνα ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «Τράπεζα EFG Eurobank Ergasias A.E.», νομίμως εκπροσωπουμένης, που παραστάθηκε στο Δικαστήριο δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Βασιλείου Στυλιαρα (AMΔΣ Θεσσαλονίκης 6500), που κατέθεσε προτάσεις. Παραστάθηκαν επίσης οι ασκούμενοι δικηγόροι Αριστείδης Μπόγιας και Κωνσταντίνα Τσιλιπήρα.

KATA TH ΣYZHTHΣH της υπόθεσης στο ακροατήριο, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις έγγραφες προτάσεις τους.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας. Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Εξάλλου, με τις πρώτη, τρίτη, τέταρτη και έβδομη αρχές του Κώδικα Δεοντολογίας των Ε.Π.Ε.Υ., που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο της υπ’ αριθ. 12263/β.500/11-4-1997 απόφασης του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας (ΦΕΚ Β/ 340/24-4-1997), που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθ. 7 παρ.1 του Ν. 2396/1996 (τα άρθρα 1-31 του οποίου καταργήθηκαν ήδη από 1-11-2007, με το άρθρο 85 Ν. 3606/2007) ορίσθηκαν τα ακόλουθα: Πρώτη αρχή: Οι εταιρείες και τα καλυπτόμενα πρόσωπα θα λαμβάνουν κάθε ενδεικνυόμενο μέτρο και θα ενεργούν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους έτσι ώστε να προστατεύονται τα συμφέροντα των πελατών τους και να διασφαλίζεται η εύρυθμη λειτουργία της αγοράς." ... Τρίτη αρχή: "Οι εταιρείες που κατά το νόμο παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα οφείλουν να ενημερώνονται σχετικά με την οικονομική κατάσταση, τους στόχους και την εμπειρία των πελατών τους στον τομέα των επενδύσεων ούτως ώστε να παρέχουν τις κατάλληλες επενδυτικές συμβουλές." Τέταρτη αρχή: "Οι εταιρείες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα θα γνωστοποιούν στους πελάτες τους όλες τις απαραίτητες και χρήσιμες πληροφορίες στα πλαίσια των διαπραγματεύσεων τους με αυτούς." ...Έβδομη αρχή: "Οι εταιρείες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα οφείλουν να λειτουργούν μέσα στα πλαίσια της νομοθεσίας που ρυθμίζει την άσκηση των δραστηριοτήτων τους, έτσι ώστε να προστατεύονται τα συμφέροντα των πελατών τους και να εξασφαλίζεται η ομαλή λειτουργία της αγοράς". Σύμφωνα με τις διατάξεις του καταργηθέντος σήμερα Κανονισμού αυτού Δεοντολογίας των Εταιριών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (ΚΔΕΠΕΥ) [ο οποίος τύγχανε εφαρμοστέος κατά τον χρόνο συνομολόγησης της ένδικης σύμβασης] κύρια υποχρέωση της τράπεζας, κατά την παροχή επενδυτικών συμβουλών, είναι, (εκτός των όσων προελέχθηκαν), κατ’ αρχήν, η παροχή ορθών και πλήρων συμβουλών. Η ενημέρωση του καταναλωτή θα πρέπει να γίνεται με τρόπο εύλογα κατανοητό και με τη μέγιστη δυνατή σαφήνεια, πράγμα που σημαίνει ότι η τράπεζα οφείλει να λαμβάνει υπόψη της, την οικονομική κατάσταση, τους στόχους, τη μόρφωση, τις γνώσεις και την εμπειρία του επενδυτή για το αντικείμενο της επενδύσεως (άρθρο 6 ΚΔΕΠΕΥ). Επίσης, οι συμβουλές θα πρέπει να είναι προσαρμοσμένες τόσο στο πρόσωπο του πελάτη όσο και στο αντικείμενο της επενδύσεως (άρθρο 6.1 ΚΔΕΠΕΥ). Σύμφωνα με την αρχή της καταλληλότητας η τράπεζα οφείλει να παρέχει προσαρμοσμένες στο πρόσωπο του πελάτη (κατάλληλες) συμβουλές. Η έκταση του καθήκοντος παροχής συμβουλών συμπροσδιορίζεται και από τα προσωπικά στοιχεία του πελάτη, ώστε θα πρέπει στο πλαίσιο της παροχής της συμβουλής να ληφθούν υπόψη το επίπεδο γνώσης, η ηλικία, το επάγγελμα, η οικογενειακή, οικονομική και περιουσιακή κατάσταση, η επενδυτική του εμπειρία, ο επενδυτικός στόχος και η προθυμία διακινδύνευσης (άρθρο 6.2 ΚΔΕΠΕΥ). Ο δεύτερος πόλος, στον οποίο οφείλει να προσαρμόζεται η διαδικασία της επενδυτικής συμβουλής είναι το αντικείμενο της επένδυσης. Εδώ εντάσσονται πληροφορίες που αφορούν γενικά την αγορά, πληροφορίες για το αντικείμενο της επένδυσης, για την οικονομική κατάσταση και την φερεγγυότητα του εκδότη των προτεινομένων τίτλων. Οι συμβουλές του παρέχοντος επενδυτικές υπηρεσίες θα πρέπει να είναι θεμελιωμένες σε επιμελή έρευνα. Η τράπεζα και κάθε ΕΠΕΥ οφείλει να προμηθεύεται τις πλέον επίκαιρες πληροφορίες για την απόδοση, τη ρευστότητα και την ασφάλεια της προτεινόμενης επενδύσεως. Ιδιαίτερα αυξημένο είναι το καθήκον της τράπεζας ή της ΕΠΕΥ για έρευνα ή ενημέρωση στις περιπτώσεις ιδιαίτερα επικίνδυνων ή πολύπλοκων επενδύσεων. Αυτό δε σημαίνει ότι η τράπεζα πρέπει να αποτρέψει τον επενδυτή από μία επικίνδυνη επένδυση αλλά οφείλει να καταστήσει σε αυτόν συνειδητό τον κίνδυνο στον οποίο εκτίθεται. Στόχος, των εν λόγω υποχρεώσεων που βαραίνουν τις τράπεζες ή τις ΕΠΕΥ δεν είναι η επιτυχία της επένδυσης, αλλά η εκ μέρους τους καταβολή κάθε δυνατής επιμέλειας για την εκπλήρωση της υποχρέωσης ενημέρωσης, διαφώτισης, έρευνας και παροχής κατάλληλης συμβουλής. Με βάση, επομένως, τις διατάξεις του εν λόγω νόμου, δημιουργούνται ενδεικτικά, ζητήματα ευθύνης μιας τράπεζας, αν δεν εφιστά εγγράφως την προσοχή του επενδυτή στους κινδύνους συγκεκριμένων επενδυτικών επιλογών του, αν δεν πραγματοποιεί με την κατάλληλη υποστήριξη των εξειδικευμένων συμβούλων της τεχνική ανάλυση της μελλοντικής κίνησης των κινητών αξιών που περιλαμβάνει στο προτεινόμενο επενδυτικό πρόγραμμα, αν δεν ενημερώνει με απολύτως σαφή τρόπο τον επενδυτή ως προς τις αποδόσεις των προτεινομένων για επένδυση τίτλων (άρθρο 6 ΚΔΕΠΕΥ). Η παράβαση των προβλεπομένων στις διατάξεις του εν λόγω Κανονισμού Δεοντολογίας ΕΠΕΥ συνιστά παρανομία υπό την έννοια της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ. Εφόσον, επομένως, η εν λόγω παρανομία, διαπραχθείσα με υπαιτιότητα, επιφέρει αιτιωδώς ζημία στον επενδυτή, υποχρεώνει την παρανομούσα τράπεζα σε αποζημίωση (AΠ 244/2016 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, EφΑθ 4841/2014, ΧρηΔικ2015.136). ’λλωστε, συναφές περιεχόμενο έχει και ο μεταγενέστερα εκδοθείς Ν 3606/2007, όπως τροποποιήθηκε με το Ν 3756/2009, με τον οποίο μεταφέρθηκε στο ελληνικό νομικό σύστημα η κοινοτική Οδηγία 2004/39/ΕΚ, γνωστή ως MiFID, η οποία αντικατέστησε την Οδηγία 93/22/ΕΟΚ. Περαιτέρω, κατά ευρέως διαδεδομένη αντίληψη, τα λεγόμενα "perρetual bonds" δηλαδή "ομόλογα ατελεύτητης διάρκειας", άλλως, "διηνεκή" ή "αιώνια" ή "αόριστης διάρκειας", ομόλογα, συνιστούν ομολογίες, οι οποίες εκδίδονται ως ονομαστικά ή ανώνυμα αξιόγραφα (χρεόγραφα, τίτλοι παραστατικοί αξίας) στο πλαίσιο σύναψης ομολογιακού δανείου από μία ανώνυμη εταιρεία ή ένα κράτος, και παρέχουν στον κομιστή, ο οποίος καταβάλλει στον εκδότη κατά την απόκτηση των αξιόγραφων την ονομαστική τους αξία, δικαίωμα απόληψης των συμφωνημένων, σε υψηλά συνήθως επίπεδα, τόκων. Οι τίτλοι αυτοί, παρέχουν μεν στον κομιστή, (ο οποίος καταβάλει στον εκδότη κατά την κτήση τους την ονομαστική τους αξία), δικαίωμα απόληψης των ανωτέρω τόκων, όχι, όμως, και το βασικό δικαίωμα να ζητήσει από τον εκδότη την επιστροφή της καταβεβλημένης αξίας τους σε κάποιο απώτερο χρόνο λήξης τους. Ο κομιστής, δηλαδή, ενός τέτοιου ομολόγου δεν δικαιούται σε παράδοση επιστροφή του ομολόγου στον εκδότη του προς τον σκοπό είσπραξης της ονομαστικής του αξίας μετά την λήξη μιας συμφωνηθείσας διάρκειας ή οποτεδήποτε. Ο εκδότης, αντιθέτως, διατηρεί το δικαίωμα της μονομερούς ανάκλησης του ομολόγου, κατ’ ελεύθερη αυτού βούλησή του. Οι τίτλοι αυτοί χαρακτηρίζονται ως υβριδικοί καθώς παρουσιάζουν ομοιότητες τόσο με τα ομόλογα των ομολογιακών δανείων, όσο και με τις προνομιούχες μετοχές χωρίς δικαίωμα ψήφου, χωρίς, ωστόσο, να ταυτίζονται με κανένα εκ των δύο. Συνεπώς, είναι προφανές ότι τα ομόλογα ατελεύτητης ή αόριστης διάρκειας (perpetual<webtop:message key= bonds) δεν είναι απλά στην σύλληψη και στην λειτουργία τους επενδυτικά προϊόντα, με αποτέλεσμα οι παρέχουσες επενδυτικές υπηρεσίες ανώνυμες εταιρείες να υπέχουν ιδιαιτέρως αυξημένη υποχρέωση ενημέρωσης του εκάστοτε πελάτη τους επενδυτή, δεδομένου ότι η χρήση και κυκλοφορία των <webtop:message key=perpetual<webtop:message key= bonds ως ομολόγων, ομολογιακού δανείου, αποδίδει μια ψευδή, εικονική εικόνα, ικανή να παραπλανήσει τον οποιονδήποτε, ακόμη και τον πιο βαθύ γνώστη επενδυτή, ως προς την νομική φύση και την λειτουργία τους (AΠ 244/2016, ό.π., ΕφΑθ 4841/2014 ό.π., Ψυχομάνης Σπ. Η διάθεση «perpetual bonds» από τις ελληνικές τράπεζες, ΔΕΕ2010. 863 επ.). Οι ανωτέρω προϋποθέσεις, στις οποίες θεμελιώνεται η αστική ευθύνη σε αποζημίωση εξαιτίας αδικοπραξίας, δε διαφέρουν από εκείνες, η συνδρομή των οποίων επιφέρει την εφαρμογή της ρυθμίσεως του άρθρου 8 Ν 2251/1994 περί προστασίας καταναλωτών, που διέπει, μεταξύ άλλων, τις περιπτώσεις ευθύνης ένεκα παροχής τραπεζικών επενδυτικών υπηρεσιών, εφόσον ο αντισυμβαλλόμενος της τράπεζας χαρακτηρίζεται ως καταναλωτής υπό την έννοια του άρθρου 1 § 4 στοιχ. Α, σύμφωνα με το οποίο καταναλωτής είναι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο για το οποίο προορίζονται τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες που προσφέρονται στην αγορά ή το οποίο κάνει χρήση τέτοιων προϊόντων ή υπηρεσιών, εφόσον αποτελεί τον τελικό αποδέκτη τους. Εξάλλου, οι συνήθεις τραπεζικές υπηρεσίες, μεταξύ των οποίων και η χορήγηση δανείων και πιστώσεων, απευθύνονται πάντοτε στον τελικό τους αποδέκτη, διότι αναλώνονται με τη χρήση τους, αποκλείοντας το στάδιο της περαιτέρω μεταβίβασής τους. Υπό την εκδοχή αυτή, οι ως άνω τραπεζικές υπηρεσίες είναι παροχές προς τελικούς αποδέκτες, ακόμη και όταν αυτοί είναι έμποροι ή επαγγελματίες και χρησιμοποιούν αυτές για την ικανοποίηση επιχειρηματικών ή επαγγελματικών τους αναγκών, αναλισκόμενες αμέσως από τους ίδιους στο πλαίσιο τραπεζικής συναλλαγής και όχι ενδιάμεσης προς περαιτέρω μεταβίβασή τους. Έτσι υπάγονται στην προστασία του Ν. 2251/1994 όχι μόνο οι τραπεζικές υπηρεσίες, που από τη φύση τους απευθύνονται σε ιδιώτες πελάτες για την εξυπηρέτηση προσωπικών τους αναγκών, αλλά και αυτές που απευθύνονται σε επαγγελματίες, όπως είναι η χορήγηση δανείων και πιστώσεων για την εξυπηρέτηση επαγγελματικών ή επιχειρηματικών αναγκών, χωρίς να αποκλείεται όμως στη συγκεκριμένη περίπτωση η εφαρμογή του άρθρου 281 ΑΚ, μετά από την υποβολή σχετικής ένστασης από την τράπεζα, κάθε φορά που η επίκληση της ιδιότητας του καταναλωτή εμφανίζεται ως καταχρηστική, όπως συμβαίνει, όταν ο δανειολήπτης δεν υφίσταται έλλειμμα αυτοπροστασίας, διότι διαθέτει εμπειρία στο συγκεκριμένο είδος συναλλαγών ή έχει τέτοια οικονομική επιφάνεια και οργανωτική υποδομή, ώστε να μπορεί να διαπραγματευθεί ισότιμα τους όρους της δανειακής του σύμβασης (ΟλΑΠ 13/2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Η ρύθμιση του άρθρου 8 Ν. 2251/1994 περιέχει ειδικότερο κανόνα, ο οποίος εντασσόμενος στο γενικότερο σύστημα θεμελίωσης αστικής ευθύνης, διαμορφώνει την ενοχή που καταλαμβάνεται απ’ αυτόν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε κύριο χαρακτηριστικό της να είναι η απομάκρυνση από την αρχή της υποκειμενικής ευθύνης μέσω της αντιστροφής του σχετικού βάρους απόδειξης. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 8§4. Ν.2251/1994, η περί ης ο λόγος αντιστροφή του αποδεικτικού βάρους επεκτείνεται αναγκαίως στην προϋπόθεση της παρανομίας. Εξαιτίας της προδιαληφθείσας κατανομής του βάρους απόδειξης, επί ευθύνης ερειδόμενης στην προμνημονευθείσα ρύθμιση, ο δικαιούχος επιβάλλεται να αποδεικνύει τη ζημία, την παροχή των υπηρεσιών προς τον ίδιο και τον υφιστάμενο μεταξύ τους αιτιώδη σύνδεσμο, ενώ ο οφειλέτης την εκ μέρους του έλλειψη εκδήλωσης παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς, τη μη ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου ανάμεσα στην τελευταία και τη ζημία ή τη συνδρομή κάποιου λόγου άρσης ή μείωσης της ευθύνης του (ΑΠ 535/2012, ό.π., ΑΠ 1227/2007 ΕλλΔνη 2008, 1642, ΕφΑθ 1794/2013). Από τη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ, δια της οποίας ορίζεται ότι «όποιος με πρόθεση ζημίωσε άλλον κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει», συνάγεται περαιτέρω ότι το κύριο γνώρισμα της προβλεπόμενης απ’ αυτήν αδικοπραξίας αποτελεί η προσβολή των χρηστών ηθών δια της ενέργειας ή της παραλείψεως του υπαιτίου, η οποία επιχειρήθηκε εκ προθέσεως, ενώ η αντίθεση προς τα χρηστά ήθη, η έννοια των οποίων τυγχάνει αόριστη νομική, εξετάζεται αντικειμενικά και σύμφωνα με την αντίληψη του υγιώς κατά το δίκαιο σκεπτόμενου μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΟλΑΠ 10/1991, ΑρχΝ 1991,652). Οταν η συναλλαγή αφορά ορισμένο κύκλο επαγγελματιών, ως κριτήριο λαμβάνονται οι αντιλήψεις του μέσου εκπροσώπου του συγκεκριμένου κύκλου (ΕφΠειρ 753/2009, ΔΕΕ 2010,70). Σχετικά με την πρόθεση, δεν απαιτείται το πρόσωπο να ενήργησε τη ζημιογόνο πράξη ή παράλειψη προς το σκοπό αποκλειστικά της βλάβης τρίτου, αλλά αρκεί η περί της επελθούσας ζημίας θέλησή του, ήτοι ότι τελούσε εν γνώσει πως η εκδηλωθείσα συμπεριφορά αυτού μπορούσε να προκαλέσει τη ζημία, μην απέχοντας εντούτοις από την πράξη ή την παράλειψη, εκ της οποίας επήλθε η ζημία (ΑΠ 55/2003, ΕλλΔνη 2003,1275). Η εκ προθέσεως πρόκληση ζημίας σε άλλον κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη τυγχάνει επομένως παράνομη πράξη και δημιουργεί, όπως ισχύει αναφορικά με τη στηριζόμενη στις ρυθμίσεις των άρθρων 914 ΑΚ, 8 και 9α επ. Ν. 2251/1994 ευθύνη, υποχρέωση για αποζημίωση και καταβολή χρηματικής ικανοποιήσεως ένεκα ηθικής βλάβης κατ’ άρθρο 932 ΑΚ (ΑΠ 1615/1999, ΕλλΔνη 2000.344). Δυνάμει, εξάλλου, του άρθρου 197 ΑΚ, κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων ως προς την κατάρτιση σύμβασης, τα μέρη οφείλουν αμοιβαία να συμπεριφέρονται σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, ενώ, κατά τη διάταξη του άρθρου 198 § 1 ΑΚ, όποιος στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων για τη σύναψη συμβάσεως προξενήσει υπαιτίως ζημία στον άλλον υποχρεούται να την ανορθώσει, ακόμη κι αν η σύμβαση δεν καταρτίσθηκε. Οι προϋποθέσεις της εν λόγω προσυμβατικής ευθύνης συνίστανται, λοιπόν, στην ύπαρξη σταδίου διαπραγματεύσεων, την αντισυναλλακτική συμπεριφορά του διαπραγματευομένου, την υπαιτιότητα αυτού, την επέλευση ζημίας και την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της υπαίτιας αντισυναλλακτικής συμπεριφοράς και της ζημίας. Ως διαπραγματεύσεις νοούνται οι προφορικές ή έγγραφες ανταλλαγές απόψεων των ενδιαφερομένων για τη σύναψη σύμβασης, δια των οποίων επιδιώκεται η βαθμιαία προσέγγιση των διαφορετικών αρχικών τους θέσεων σχετικά με τους όρους της υπό συζήτηση σύμβασης μέχρι την τελική σύμπτωση αυτών ή την αδυναμία τέτοιας σύμπτωσης. Το στάδιο των διαπραγματεύσεων και της ευθύνης απ’ αυτές διαρκεί μέχρι τη διακοπή τους και τη ματαίωση της σύμβασης ή την κατάρτισή της. Δεν περατώνεται με τη σύναψη άκυρης σύμβασης. Η προειρημένη ευθύνη προς αποζημίωση θεμελιώνεται ευθέως στο νόμο, διακρινόμενη από την ενδοσυμβατική ευθύνη, αλλά και την αδικοπρακτική. Η οφειλόμενη από την ευθύνη από τις διαπραγματεύσεις αποζημίωση περιλαμβάνει τόσο τη θετική ζημία όσο και την αποθετική, που τυχόν υφίσταται εκείνος που πίστεψε ως επικείμενη την κατάρτισή της (διαφέρον εμπιστοσύνης ή αρνητικό της σύμβασης διαφέρον) (ΑΠ 554/2011, ΧρΙΔ 2012, 29, ΑΠ 1302/2010, ΕφΑΔ 2011, 51).

Στην προκειμένη περίπτωση ο πρώτος ενάγων (οι λοιποί ενάγοντες ήτοι ο δεύτερος, τρίτη και τέταρτη παραδεκτώς παραιτήθηκαν του δικογράφου της αγωγής και επομένως ως προς αυτούς καταργείται η δίκη) εκθέτει στην ένδικη αγωγή, κατά την προσήκουσα εκτίμηση του δικογράφου αυτής, ότι διανύει το 64ο έτος της ηλικίας του, είναι απόφοιτος Λυκείου, δεν γνωρίζει ξένες γλώσσες και είναι συνταξιούχος έμπορος φρούτων και λαχανικών. Ότι από το έτος 2002 ήταν πελάτης της εναγομένης και, ειδικότερα, του υποκαταστήματος Βεροίας, όπου είχε αποκτήσει σχέσεις εμπιστοσύνης με τον αναφερόμενο υπάλληλο, ο οποίος και τον παρέπεμψε στο τμήμα private banking της εναγομένης στη Θεσσαλονίκη, προκειμένου να τύχει προνομιακής μεταχείρισης και άμεσης εξυπηρέτησης, ενόψει και του μεγάλου ποσού που διατηρούσε στο λογαριασμό καταθέσεών του. Ότι το έτος 2003 κατήρτισε με την εναγομένη σιωπηρά σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και ένα πληρεξούσιο, με το οποίο της παρείχε εντολή να διαχειρίζεται το κεφάλαιό του. Ότι στη διάρκεια της συνεργασίας προέβη στις αγοραπωλησίες αμοιβαίων κεφαλαίων, αντίστοιχων ως προς τη λειτουργία τους με τις προθεσμιακές καταθέσεις, που ήταν τραπεζικά προϊόντα, τα οποία γνώριζε και ταίριαζαν στην ιδιοσυγκρασία του ως επενδυτή, δεδομένου ότι, όπως είχε εκθέσει στους αναφερόμενους αρμοδίους υπαλλήλους της εναγομένης, με τους οποίους είχε δημιουργήσει σχέσεις εμπιστοσύνης, οι χρηματικές του καταθέσεις αποτελούσαν τις μοναδικές του οικονομίες και ήθελε να έχουν μια σταθερή απόδοση και επιστροφή του αρχικού κεφαλαίου σε ορισμένο χρόνο. Ότι το Δεκέμβριο του έτους 2004, κατόπιν προτροπής των αναφερόμενων υπαλλήλων της εναγομένης και των διαβεβαιώσεών τους ότι πρόκειται για ασφαλή τραπεζικά προϊόντα, όχι διαφορετικά ως προς τη λειτουργία τους από τα αμοιβαία κεφάλαια, στα οποία ο ενάγων είχε επενδύσει ως τότε, με εγγυημένη επιστροφή του αρχικού κεφαλαίου και απώτατη ημερομηνία λήξης το έτος 2014, ο ενάγων πείστηκε και υπέγραψε στη Θεσσαλονίκη: α) την από 17-12-2004 εντολή για αγορά ομολόγου εκδόσεως της EFG PRIVATE BANK SA, ονομαστικής αξίας 600.000,00 ευρώ, το οποίο αγοράστηκε έναντι τιμήματος 610.258,33 ευρώ, ήτοι σε ποσοστό 100,50% της ονομαστικής του αξίας και β) την από 17-12-2004 εντολή για αγορά ομολόγου εκδόσεως του NBO FUNDING LTD, ονομαστικής αξίας 54.000,00 δολαρίων ΗΠΑ, το οποίο αγοράστηκε έναντι τιμήματος 55.738,13 δολαρίων ΗΠΑ, ήτοι σε ποσοστό 102,30% της ονομαστικής του αξίας. Ότι τα ως άνω ποσά χρεώθηκαν στο λογαριασμό, που τηρούσε στην εναγομένη. Ότι, όταν ρώτησε για ποιον λόγο δεν αναγραφόταν στο πεδίο της ημερομηνίας λήξης της επένδυσης το έτος 2014, οι υπάλληλοι της εναγομένης τον διαβεβαίωσαν ξανά ότι αυτός είναι ο απώτερος χρόνος λήξης των ομολόγων και ότι δεν αναγραφόταν για να μπορεί ο εκδότης να επιστρέψει νωρίτερα τα χρήματα των επενδυτών, λόγος για τον οποίο σημείωσαν πάνω στο έγγραφο εντολής αγοράς ενός από αυτά την ημερομηνία 3-11-2014. Ότι τα έτη 2008 και 2009, όταν παρατήρησε ότι η απόδοση της επένδυσής του ήταν μειωμένη και απευθύνθηκε στους αναφερόμενους υπαλλήλους της εναγομένης, εκείνοι τον διαβεβαίωσαν ότι δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα και ότι θα λάβει το κεφάλαιό του το έτος 2014. Ότι τον Ιανουάριο του έτους 2012, για πρώτη φορά, οι υπάλληλοι της εναγομένης τον πληροφόρησαν ότι το ομόλογο της …, τελικά δεν θα επιστρεφόταν το 2014, αλλά θα παρακρατείτο από την εκδότρια τουλάχιστον μέχρι το έτος 2049, ότι ουσιαστικά πρόκειται για ομόλογο που δεν λήγει ποτέ (<webtop:message key=perpetual<webtop:message key= bond) και ότι ο μόνος τρόπος για να μην χάσει τα χρήματά του ήταν να αποδεχτεί εξαγορά του ομολόγου έναντι ποσοστού περί 40% της ονομαστικής αξίας του, όπως και τελικά ο ενάγων έπραξε, λαμβάνοντας 24.300,00 δολλάρια ΗΠΑ, ενώ είχε καταβάλει, όπως προαναφέρθηκε 55.738,13 δολλάρια ΗΠΑ, ζημιωθείς κατά το ποσό των 31.438,13 δολλαρίων ΗΠΑ, ήτοι 23.006,08 ευρώ, με την ισοτιμία που ίσχυε κατά το χρόνο επέλευσης της ζημίας. Ότι το ίδιο συνέβη τον Δεκέμβριο του έτους 2012 με το έτερο ομόλογο, μολονότι οι υπάλληλοι της εναγομένης τον είχαν διαβεβαιώσει ότι δεν θα επηρεαζόταν, με αποτέλεσμα να αναγκαστεί να αποδεχτεί εξαγορά του ομολόγου έναντι ποσοστού 60% της ονομαστικής αξίας του, λαμβάνοντας το ποσό των 360.000,00 ευρώ έναντι 610.258,33 ευρώ, που είχε καταβάλει για την αγορά του, ήτοι με ζημία 250.258,33 ευρώ. Ότι προέβη σε διαμαρτυρία προς την εναγομένη εκθέτοντας ότι οι υπάλληλοι αυτής όχι μόνο παρέβησαν την υποχρέωση διαφώτισής του, τόσο κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων όσο και κατά το στάδιο της κατάρτισης της σύμβασης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, αλλά και τον παραπλάνησαν αποκρύπτοντας τη φύση των ομολόγων, ως διηνεκών. Ότι εξαιτίας της ως άνω αντισυμβατικής συμπεριφοράς της εναγομένης, που συνιστά και αδικοπραξία των προστηθέντων από αυτήν υπαλλήλων της, ο ενάγων, ο οποίος έχει, παράλληλα, και την ιδιότητα του καταναλωτή ως τελικός αποδέκτης των ανωτέρω υπηρεσιών της εναγομένης, που δεν σχετίζονται με την επαγγελματική του δραστηριότητα, απώλεσε το προαναφερθέν μέρος του κεφαλαίου του, με αποτέλεσμα να υποστεί και ηθική βλάβη λόγω της στενοχώριας που δοκίμασε. Με βάση αυτά τα πραγματικά περιστατικά, ο ενάγων ζητεί να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει το συνολικό ποσό των (23.006,08+250.258,33=) 273.264,41 ευρώ, ως αποζημίωση για τη θετική ζημία που υπέστη από τη μερική απώλεια του αρχικού κεφαλαίου του και β) το ποσό των 20.000,00 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την εξόφληση. Τέλος, ζητεί να κηρυχθεί η απόφαση που θα εκδοθεί προσωρινώς εκτελεστή και να καταδικαστεί η εναγόμενη στα δικαστικά του έξοδα. Η αγωγή με το ανωτέρω περιεχόμενο και τα ανωτέρω αιτήματα αρμοδίως και παραδεκτώς εισάγεται προς συζήτηση ενώπον του παρόντος Δικαστηρίου κατά την προκείμενη τακτική διαδικασία (άρθρα 12, 18, 25 παρ 2, 33, 35 ΚΠολΔ). Είναι δε νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 211, 214, 281, 288, 297, 298, 299, 345, 346, 914, 919, 922, 932 ΑΚ, Ν. 2396/1996 (που ίσχυε κατά το χρόνο κατάρτισης της ένδικης σύμβασης), άρθρ. 1 παρ. 4, 8, 9 Ν.2251/1994, 218, 219, 176, 191 παρ. 2, 907, 908 παρ. 1δ ΚΠολΔ, πλην του σκέλους της αγωγικής βάσης, που αφορά τη θεμελίωση ευθύνης της εναγομένης έναντι του ενάγοντος από προσυμβατικό πταίσμα των προστηθέντων αυτής κατά τις διεξαχθείσες ανάμεσά τους διαπραγματεύσεις για την κατάρτιση της ένδικης συμβάσεως παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, το οποίο πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμο. Τούτο διότι κατά τα διαλαμβανόμενα ανωτέρω στη μείζονα πρόταση, επί συνάψεως έγκυρης σύμβασης, όπως συνέβη στην ένδικη περίπτωση, παύει το στάδιο των διαπραγματεύσεων ως προς την κατάρτιση αυτής και δε γεννιέται εφεξής προσυμβατική ευθύνη, κατά τις ρυθμίσεις των άρθρων 197 και 198 ΑΚ. Συνεπώς, κατά το μέρος της που κρίθηκε νόμιμη, πρέπει η ένδικη αγωγή να ερευνηθεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, δεδομένου ότι έχει καταβληθεί το ανάλογο τέλος δικαστικού ενσήμου με τις νόμιμες υπέρ τρίτων επιβαρύνσεις (βλ. το προσκομιζόμενο υπ’ αριθμ. ../30-4-2015 διπλότυπο είσπραξης της ΔΟΥ Βεροίας και το υπ’αριθμ. ../30-4-2015 γραμμάτιο εισπράξεως της ΕΤΕ).

Εφόσον σκοπός της αποζημίωσης είναι η αποκατάσταση της ζημίας του ζημιωθέντος και όχι ο πλουτισμός του, εκ πρώτης όψεως φαίνεται ορθό, από τη ζημία που υπέστη ο ζημιωθείς να αφαιρείται το τυχόν κέρδος, το οποίο αυτός αποκόμισε από το ζημιογόνο γεγονός. Το κέρδος, δηλαδή, πρέπει να συνυπολογίζεται στην προκληθείσα ζημία, έτσι ώστε ο ζημιώσας να υποχρεούται να καταβάλει μόνο την πραγματική ζημία του ζημιωθέντος (AΠ 244/2016, ΕφΑθ 4841/2014, ό.π.). Ο συνυπολογισμός επιβάλλεται από την ίδια την έννοια της ζημίας, σύμφωνα με τη θεωρία της διαφοράς, κατά την οποία ζημία αποτελεί η διαφορά μεταξύ της πραγματικής περιουσιακής κατάστασης του ζημιωθέντος και της περιουσιακής του κατάστασης, εάν δεν είχε συμβεί το ζημιογόνο γεγονός. Ο σχετικός ισχυρισμός αποτελεί ένσταση του εναγομένου και για να είναι νόμιμη θα πρέπει: α) να υπάρχει μεταξύ του ζημιογόνου γεγονότος και του οφέλους αιτιώδης σύνδεσμος, να ήταν δηλαδή το γεγονός αυτό πρόσφορο να παραγάγει το όφελος, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων (ΑΚ 298). Η προϋπόθεση αυτή ελλείπει όταν το όφελος προέκυψε από την παρεμβολή έκτακτων περιστατικών και β) ο καταλογισμός του οφέλους να μην αντίκειται, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, στην καλή πίστη. Αντίκειται δε στην καλή πίστη ο καταλογισμός, όταν το όφελος απορρέει από έκτακτη προσπάθεια του ζημιωθέντος λ.χ από ενεργητικότητα η οποία υπερτείνει το μέτρο κατά το οποίο αυτός οφείλει, κατά το άρθρο 300 παρ. 1 εδ. β ΑΚ, να περιορίσει τη ζημία. Οι προϋποθέσεις αυτές αποτελούν στοιχείο της βάσης της ένστασης καταλογισμού του οφέλους (ΑΠ 523/1995 ΝοΒ 45.966, ΕφΑθ 4841/2014, ό.π., ΜΕφΘεσ 990/2014, ΕλλΔνη2014. 1489, EφΠατρ 739/2006, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Μ. Σταθόπουλος, ΕνοχΔ αρθρ. 297-298 αρ. 90 επ.).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τις εμπροθέσμως κατατεθείσες προτάσεις της, η εναγομένη αρνείται αιτιολογημένα την αγωγή, ισχυριζόμενη ότι, κατά τα λεπτομερώς εκτιθέμενα στο δικόγραφο αυτών πραγματικά περιστατικά, οι υπάλληλοί της εκπλήρωσαν επιμελώς τις υποχρεώσεις παροχής προσυμβατικής ενημέρωσης του ενάγοντος, ο οποίος ήταν έμπειρος επενδυτής και επένδυσε στα επίδικα ομόλογα -τα οποία δεν ήταν υψηλού ρίσκου- έχοντας γνώση των χαρακτηριστικών τους, ουδέποτε δε του παρασχέθηκαν διαβεβαιώσεις ότι εγγυημένα θα λάβει το έτος 2014 την ονομαστική αξία του κεφαλαίου των ομολόγων. Επικουρικά, η εναγόμενη προβάλλει την ένσταση της καταχρηστικής άσκησης των αγωγικών δικαιωμάτων (άρθρο 281 ΑΚ), διότι ο ενάγων είναι έμπειρος επενδυτής και υπήρξε και μέτοχος και μέλος του ΔΣ της αναφερόμενης επενδυτικής εταιρίας, η οποία είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, καθόσον ο ισχυρισμός αυτός, και αληθής υποτιθέμενος, δεν είναι ικανός να στοιχειοθετήσει κατάχρηση δικαιώματος. Επικουρικότερα, η εναγόμενη προέβαλε τον ισχυρισμό περί συνυπολογισμού ζημίας και κέρδους, ο οποίος επιχειρείται να επιστηριχθεί στις διατάξεις των άρθρων 298 εδ.α΄, 914, 930 παρ.3 και 288 ΑΚ, ισχυριζόμενη ότι, σε περίπτωση που γίνει δεκτή η αγωγή, από το επιδικασθησόμενο ποσό, το οποίο θα αφορά τη ζημία του ενάγοντος, θα πρέπει να αφαιρεθεί το εισπραχθέν από τον τελευταίο κέρδος του από τα κουπόνια, ήτοι τους τόκους που έλαβε ως απόδοση των ομολόγων, κατά τα ειδικότερα στην αγωγή αναφερόμενα ποσά, καθώς και τα ποσά που εισπράχθηκαν από τις ενδιάμεσες αγορές και πωλήσεις του προϊόντος και από την οικειοθελή εξαγορά του ομολόγου από την εκδότρια. Ο ως άνω ισχυρισμός, είναι απορριπτέος ως νομικά αβάσιμος, καθόσον ναι μεν τα ως άνω ποσά αποτελούν κέρδος του ενάγοντος από τους ένδικους τίτλους, πλην όμως το κέρδος αυτό δεν προέρχεται από τη ζημία που αυτός υπέστη εξαιτίας της απώλειας του κεφαλαίου του, αλλά απο την παραχώρηση αυτού στην εναγόμενη τράπεζα, η οποία το εκμεταλλεύθηκε, αποδίδοντας τους συμφωνημένους καρπούς του στον ενάγοντα και δεν μπορεί να συνυπολογιστεί στη ζημία του τελευταίου, που δικαιούται να κρατήσει το σύνολο των εισπραχθέντων τόκων και του κέρδους από τις ενδιάμεσες αγορές και πωλήσεις του προϊόντος (πρβλ. ΑΠ 244/2016, ό.π.). Εξάλλου, η οικειοθελής εξαγορά από την εκδότρια του ομολόγου …, στις 19-1-2012, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως όφελος του ενάγοντος, καθόσον ανάγεται στη σφαίρα ευθύνης της εκδότριας, ως οικειοθελής εξαγορά εκ μέρους της, λόγος για τον οποίο τυγχάνει απορριπτέος ως αβάσιμος ο σχετικός ισχυρισμός της εναγομένης. Περαιτέρω, η εναγόμενη, όλως επικουρικότερα, προβάλλει την ένσταση συντρέχοντος πταίσματος του ενάγοντος ως προς την έκταση της ζημίας του κατά ποσοστό 90%, κατά το οποίο θα πρέπει να μειωθεί το ποσό της τυχόν επιδικασθησόμενης αποζημίωσης, για το λόγο ότι είχε μεγάλη εμπειρία σε επενδύσεις και είχε ενημερωθεί αναλυτικά για τους κινδύνους επένδυσης στα ένδικα ομόλογα, η οποία είναι νόμιμη, στηριζόμενη στα άρθρα 300 και 330 ΑΚ και πρέπει να εξεταστεί ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.

Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που νομίμως προσκομίζονται με επίκληση από τους διαδίκους είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρ. 336 παρ.3, 339, 395 και 432 επ. ΚΠολΔ), ορισμένα εκ των οποίων αναφέρονται ειδικών παρακάτω, δίχως να παραλείπεται κάποιο κατά την ουσιαστική κρίση της ένδικης διαφοράς, όπως επίσης και από τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθρ. 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο ενάγων γεννήθηκε το έτος 1951 στη Δράμα και κατοικεί στη Βέροια, ασχολούνταν με το εμπόριο και πλέον είναι συνταξιούχος, ενώ σε μορφωτικό επίπεδο είναι απόφοιτος Λυκείου και δεν γνωρίζει ξένες γλώσσες. Η συνεργασία του με την εναγομένη ξεκίνησε από το έτος 2002 στο υποκατάστημά της στη Βέροια, όπου τοποθέτησε τα χρήματά του σε καταθετικό λογαριασμό, ενώ, στη συνέχεια, εξαιτίας των μεγάλων χρηματικών ποσών που είχε καταθέσει, παραπέμφθηκε από τους υπαλλήλους της στο τμήμα ιδιωτικών τραπεζικών εργασιών (private banking) του υποκαταστήματός της στην οδό Καρόλου Ντηλ στη Θεσσαλονίκη, προκειμένου να του παρέχονται πληροφορίες για περισσότερες επενδυτικές δυνατότητες και ευκαιρίες από το εξειδικευμένο προσωπικό της. Στις 4-3-2003 υπέγραψε την υπ’ αριθμ. ../4-3-2003 σύμβαση, με την οποία παρασχέθηκε στην εναγόμενη η εντολή και η πληρεξουσιότητα να εκτελεί, κατόπιν αντίστοιχης εντολής, την απόκτηση στο όνομα, μεταξύ άλλων, και του ενάγοντος μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων και κάθε είδους κινητών αξιών. Δηλαδή, σιωπηρά καταρτίστηκε μεταξύ του ενάγοντος και της εναγομένης σύμβαση με αντικείμενο την παροχή επενδυτικών συμβουλών, δυνάμει της οποίας η εναγόμενη ανέλαβε μέσω των υπαλλήλων της, ως βοηθών εκπλήρωσης, να δίνει συμβουλές στον ενάγοντα για χρηματοπιστωτικά ζητήματα, δεδομένου ότι η πληροφόρηση αυτή θα αποτελούσε τη βάση για τη λήψη κάθε απόφασης για επένδυση του κεφαλαίου του. Ο ενάγων, ο οποίος είχε συμμετάσχει και στο ΔΣ της εταιρίας επενδυτικών υπηρεσιών NEXUS, δεν ήταν ένας άπειρος επενδυτής, καθόσον προέβαινε επανειλημμένα σε επενδύσεις μεγάλων χρηματικών ποσών σε συγκεκριμένα τραπεζικά προϊόντα και, ειδικότερα, ομόλογα συγκεκριμένης λήξης, καθώς και σε προθεσμιακές καταθέσεις, πλην όμως, έχοντας υπόψιν του την δυσάρεστη εμπειρία πολλών επενδυτών στο Ελληνικό Χρηματιστήριο, τον ενδιέφερε στις επενδυτικές του κινήσεις, πρωτίστως, το αρχικό του κεφάλαιο, που διέθετε από αποταμιεύσεις ετών, να είναι απόλυτα ασφαλές και εγγυημένο, να έχει μια σταθερή απόδοση τόκων και να έχει τη δυνατότητα να το λάβει σε ορισμένο χρονικό διάστημα, γεγονός το οποίο κατέστησε σαφές στους υπαλλήλους της εναγομένης, με τους οποίους ήρθε σε επαφή αναζητώντας τρόπους επωφελούς επένδυσης του κεφαλαίου του και, συγκεκριμένα, στον κ. .., με τον οποίο στην πορεία της συναλλακτικής τους επαφής απέκτησαν μια σχέση εμπιστοσύνηΟ ενάγων, ο οποίος είχε συμμετάσχει και στο ΔΣ της εταιρίας επενδυτικών υπηρεσιών NEXUS, δεν ήταν ένας άπειρος επενδυτής, καθόσον προέβαινε επανειλημμένα σε επενδύσεις μεγάλων χρηματικών ποσών σε συγκεκριμένα τραπεζικά προϊόντα και, ειδικότερα, ομόλογα συγκεκριμένης λήξης, καθώς και σε προθεσμιακές καταθέσεις, πλην όμως, έχοντας υπόψιν του την δυσάρεστη εμπειρία πολλών επενδυτών στο Ελληνικό Χρηματιστήριο, τον ενδιέφερε στις επενδυτικές του κινήσεις, πρωτίστως, το αρχικό του κεφάλαιο, που διέθετε από αποταμιεύσεις ετών, να είναι απόλυτα ασφαλές και εγγυημένο, να έχει μια σταθερή απόδοση τόκων και να έχει τη δυνατότητα να το λάβει σε ορισμένο χρονικό διάστημα, γεγονός το οποίο κατέστησε σαφές στους υπαλλήλους της εναγομένης, με τους οποίους ήρθε σε επαφή αναζητώντας τρόπους επωφελούς επένδυσης του κεφαλαίου του και, συγκεκριμένα, στον κ. .., με τον οποίο στην πορεία της συναλλακτικής τους επαφής απέκτησαν μια σχέση εμπιστοσύνης. Ήταν, δηλαδή, ένας συντηρητικός επενδυτής, ο οποίος ήταν σε θέση να κατανοήσει τη φύση και τη λειτουργία των διαφόρων τραπεζικών ς. Ήταν, δηλαδή, ένας συντηρητικός επενδυτής, ο οποίος ήταν σε θέση να κατανοήσει τη φύση και τη λειτουργία των διαφόρων τραπεζικώνπροϊόντων, εφόσον, βέβαια, ενημερωνόταν επαρκώς κι εμπεριστατωμένα γι’αυτά. Κατόπιν προτάσεως του ως άνω υπαλλήλου, ο ενάγων υπέγραψε στη Θεσσαλονίκη τις κάτωθι εντολές: την από 17-12-2004 εντολή για αγορά ομολόγου εκδόσεως της EFG PRIVATE BANK SA, ονομαστικής αξίας 600.000,00 ευρώ, το οποίο αγοράστηκε έναντι τιμήματος 610.258,33 ευρώ, ήτοι σε ποσοστό 100,50% της ονομαστικής του αξίας και β) την από 17-12-2004 εντολή για αγορά ομολόγου εκδόσεως του …, ονομαστικής αξίας 54.000,00 δολαρίων ΗΠΑ, το οποίο αγοράστηκε έναντι τιμήματος 55.738,13 δολαρίων ΗΠΑ, ήτοι σε ποσοστό 102,30% της ονομαστικής του αξίας. Τα ως άνω ομόλογα παρουσιάστηκαν ως επενδυτική ευκαιρία, δεδομένου ότι δεν θα ήταν διαθέσιμα για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα στην αγορά και προσέφεραν υψηλότερες αποδόσεις σε σχέση με ό,τι ο ενάγων είχε επιλέξει στο παρελθόν και, συγκεκριμένα, 6-6,5% επιτόκιο για τον πρώτο χρόνο, ανά εξάμηνο και στη συνέχεια με μέσο όρο επιτοκίου 3%, όταν το επιτόκιο των προθεσμιακών καταθέσεων ανερχόταν γύρω στο 4,5% (βλ. καταθ. μάρτυρος απόδειξης). Οι υπάλληλοι της εναγομένης, μεταξύ των οποίων και ο προαναφερθείς κ. .., διαβεβαίωσαν τον ενάγοντα ότι τα ως άνω ομόλογα ήταν συγκεκριμένης λήξης, με απώτατο χρόνο λήξης το έτος 2014 και ότι το αρχικό του κεφάλαιο ήταν εγγυημένο, δηλαδή ότι δεν διέφεραν, ουσιαστικά, ως προς τη λειτουργία τους από τα τραπεζικά προϊόντα που μέχρι τότε επέλεγε και ότι δεν αναγραφόταν συγκεκριμένος χρόνος λήξης, ώστε να έχει τη δυνατότητα ο εκδότης τους να τα ανακαλεί σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή χωρίς να δεσμεύεται, λόγος για τον οποίο και ο ενάγων πείστηκε και προέβη στην αγορά τους. Μάλιστα, για να ενισχύσουν την απόφασή του, όταν τους ρώτησε για τη σημασία του όρου «perpetual» στη θέση της λήξης του ομολόγου στην εντολή αγοράς, επειδή δεν γνώριζε αγγλικά, έθεσαν χειρόγραφα μέσα σε παρένθεση την ημερομηνία «3-11-2014», ως χρόνο ανάκλησης του ομολόγου από τον εκδότη του (βλ. την υπ’αριθμ. ../17-12-2004 εντολή αγοράς ομολόγου). Κατά τα έτη 2008 και 2009, όταν παρατήρησε ότι η απόδοση της επένδυσής του ήταν μειωμένη σε σχέση με αυτό που περίμενε, σύμφωνα με τις διαβεβαιώσεις τους και απευθύνθηκε στους αναφερόμενους υπαλλήλους της εναγομένης, τότε μόνο ενημερώθηκε ότι πρόκειται για ομόλογο που δεν λήγει ποτέ (<webtop:message key=perpetual<webtop:message key= bond), πλην όμως οι υπάλληλοι της εναγομένης τον καθησύχασαν και τον διαβεβαίωσαν ότι δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα και ότι θα λάβει το κεφάλαιό του το έτος 2014, όπως του είχαν αρχικά αναφέρει. Ωστόσο, τον Ιανουάριο του έτους 2012, για πρώτη φορά, οι υπάλληλοι της εναγομένης τον πληροφόρησαν ότι το ομόλογο της …, τελικά δεν θα επιστρεφόταν το 2014, αλλά θα παρακρατείτο από την εκδότρια τουλάχιστον μέχρι το έτος 2049, και ότι ο μόνος τρόπος για να μην χάσει τα χρήματά του ήταν να αποδεχτεί εξαγορά του ομολόγου έναντι ποσοστού περί 40% της ονομαστικής αξίας του, όπως και τελικά ο ενάγων έπραξε, λαμβάνοντας 24.300,00 δολλάρια ΗΠΑ, ενώ είχε καταβάλει, όπως προαναφέρθηκε 55.738,13 δολλάρια ΗΠΑ, ζημιωθείς κατά το ποσό των 31.438,13 δολλαρίων ΗΠΑ, ήτοι 23.006,08 ευρώ, με την ισοτιμία που ίσχυε κατά το χρόνο επέλευσης της ζημίας. Το ίδιο συνέβη τον Δεκέμβριο του έτους 2012 με το έτερο ομόλογο, μολονότι οι υπάλληλοι της εναγομένης τον είχαν διαβεβαιώσει ότι δεν θα επηρεαζόταν, με αποτέλεσμα να αναγκαστεί να αποδεχτεί εξαγορά του ομολόγου έναντι ποσοστού 60% της ονομαστικής αξίας του, λαμβάνοντας το ποσό των 360.000,00 ευρώ έναντι 610.258,33 ευρώ, που είχε καταβάλει για την αγορά του, ήτοι με ζημία 250.258,33 ευρώ. Όμως, η προπαρατεθείσα πλημμελής συμπεριφορά των υπαλλήλων της εναγομένης, δημιούργησε πεπλανημένη εντύπωση στον ενάγοντα, ο οποίος για πρώτη φορά ενημερώθηκε κατά το έτος 2008 (βλ. κατάθεση μάρτυρος απόδειξης) από την εναγομένη ότι τα ομόλογα που αγόρασε ανήκαν στην κατηγορία των <webtop:message key=perpetual<webtop:message key= bonds, ήταν δηλαδή "ομόλογα "ατελεύτητης διάρκειας", άλλως "διηνεκή" ή "αιώνια" ή "αόριστης διάρκειας" ομόλογα, τα οποία συνιστούν ομολογίες, οι οποίες εκδίδονται ως ονομαστικά ή ανώνυμα αξιόγραφα (χρεόγραφα, τίτλοι παραστατικοί αξίας) στο πλαίσιο συνάψεως ομολογιακού δανείου από μία ανώνυμη εταιρία ή ένα κράτος και παρέχουν στον κομιστή, ο οποίος καταβάλλει στον εκδότη κατά την απόκτηση των αξιόγραφων την ονομαστική τους αξία δικαιώματα απολήψεως των συμφωνημένων, σε υψηλά συνήθως επίπεδα, τόκων. Έτσι, ο κομιστής ενός τέτοιου ομολόγου δε δικαιούται σε παράδοση-επιστροφή του ομολόγου στον εκδότη του προς το σκοπό είσπραξης της ονομαστικής του αξίας μετά την λήξη μιας συμφωνηθείσας διάρκειας ή οποτεδήποτε, ενώ ο τελευταίος, αντιθέτως, διατηρεί το δικαίωμα της μονομερούς ανακλήσεως του ομολόγου, κατ’ ελεύθερη αυτού βούληση. Οι τίτλοι αυτοί χαρακτηρίζονται ως υβριδικοί, καθώς παρουσιάζουν ομοιότητες τόσο με τα ομόλογα των ομολογιακών δανείων όσο και με τις προνομιούχες μετοχές χωρίς δικαίωμα ψήφου, χωρίς ωστόσο, να ταυτίζονται με κανένα εκ των δύο. Συνεπώς, είναι προφανές ότι τα επίδικα ομόλογα ατελεύτητης ή αόριστης διάρκειας (<webtop:message key=perpetual<webtop:message key= bonds) δεν ήταν απλά στην σύλληψη και στη λειτουργία τους επενδυτικά προϊόντα, με αποτέλεσμα η παρέχουσα τις σχετικές επενδυτικές υπηρεσίες εναγομένη να υπείχε ιδιαιτέρως αυξημένη υποχρέωση ενημερώσεως του ενάγοντος επενδυτή, δεδομένου ότι η χρήση και κυκλοφορία των <webtop:message key=perpetual bonds ως ομολόγων, ομολογιακού δανείου, αποδίδει μια ψευδή, εικονική εικόνα, ικανή να παραπλανήσει τον οποιονδήποτε, ακόμη και τον πιο βαθύ γνώστη επενδυτή, ως προς την νομική φύση και την λειτουργία τους, στον οποίο σαφώς και δεν περιλαμβανόταν ο ενάγων, ο οποίος μπορεί μεν να είχε κάποιες πιο εξειδικευμένες γνώσεις, δεν ήταν όμως αυτές αρκετές ούτως ώστε να θεωρηθεί ως γνώστης του αντικειμένου, όπως αβάσιμα ισχυρίστηκε η εναγομένη, πόσο δε μάλλον από τη στιγμή που δεν ενημερώθηκε επαρκώς για το τραπεζικό προϊόν, που αγόρασε. Ειδικότερα, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων ενημερώθηκε προσυμβατικά με πλήρη ανάλυση των όρων και χαρακτηριστικών των κρίσιμων συνθέτων ομολόγων, καθώς και των, τυχόν, επενδυτικών κινδύνων που προέρχονται από αυτά, αλλά αντίθετα αποδείχθηκε ότι δημιουργήθηκε σ’ αυτόν εντελώς εσφαλμένη εικόνα για το τί αγόρασε. Κατέστη φανερό ότι ο προαναφερθείς υπάλληλος, προστηθείς από την εναγόμενη, δεν παρείχε ορθές και πλήρεις συμβουλές στον ενάγοντα, αλλά ούτε και επαρκείς πληροφορίες για το επενδυτικό προϊόν, το οποίο εκείνος αγόρασε, αποκρύπτοντας από τον τελευταίο τα ως άνω χαρακτηριστικά, τα οποία εάν γνώριζε δεν θα προέβαινε στην αγορά του και, σε κάθε περίπτωση, ο ως άνω υπάλληλος βαρύνεται με βαρεία αμέλεια, αν γίνει δεκτό ότι ούτε ο ίδιος γνώριζε την ακριβή φύση του τραπεζικού προϊόντος που προωθούσε. Έτσι δεν ανέλυσε, ως όφειλε, ότι τα συγκεκριμένα ομόλογα είχαν τον πιο πάνω χαρακτήρα και ήταν υψηλού ρίσκου και ότι ο ενάγων δεν είχε δικαίωμα να πάρει το κεφάλαιό του κατά τη λήξη του στο ακέραιο, όπως επιθυμούσε, καθόσον η εκδότρια διατηρούσε το δικαίωμα και όχι την υποχρέωση να τα ανακαλέσει μονομερώς το έτος 2014 επιστρέφοντας την αξία τους. Με τον ίδιο τρόπο, η εναγομένη ανώνυμη τραπεζική εταιρία είχε υποχρέωση να ερευνήσει και να λάβει υπόψη τις ανάγκες του ενάγοντος, όπως αυτές είχαν διατυπωθεί προφορικά, και σύμφωνα με τις οποίες ενδιαφερόταν για άμεση ρευστοποίηση του κεφαλαίου του βασιζόμενος σε βραχυπρόθεσμη επένδυση, στόχοι οι οποίοι με την επιλογή του άνω επενδυτικού προϊόντος, σύμφωνα με όσα προηγήθηκαν, δεν μπορούσαν να επιτευχθούν. Ο συντηρητικός επενδυτικός χαρακτήρας του ενάγοντος μπορούσε ευχερώς να συναχθεί και από μια απλή παρατήρηση των επενδυτικών του κινήσεων, δεδομένου ότι προέβαινε συχνά σε τοποθετήσεις διαφόρων χρηματικών ποσών σε προθεσμιακές καταθέσεις, με διαδοχικές αγορές και πωλήσεις, ρευστοποιώντας ένα προϊόν για να επενδύσει σε άλλο, λόγος για τον οποίο επικοινωνούσε συχνά με το τμήμα private banking της εναγομένης, φροντίζοντας πάντα να συγκρίνει τα προϊόντα, στα οποία επένδυε με άλλα προϊόντα, στα οποία είχε επενδύσει στο παρελθόν, όπως συνομολογείται από την εναγομένη (βλ. σελ. 31 των προτάσεών της). Μάλιστα, πριν από την αγορά των ένδικων ομολόγων, ο ενάγων είχε αγοράσει ομόλογο εκδόσεως της …, ποσού 500.000,00 δολλαρίων ΗΠΑ, που ήταν και αυτό συγκεκριμένης λήξης, ήτοι της 29-4-2011. Έτσι, δικαιολογημένα θεώρησε ο ενάγων μέχρι και το έτος 2008 ότι ως ημερομηνία λήξεως των ομολόγων του ίσχυε το έτος 2014, που είχε εξ αρχής αναγράψει ο υπάλληλος της εναγομένης στην εντολή αγοράς. Η κρίση του Δικαστηρίου για τα ανωτέρω ενισχύεται από το γεγονός ότι σε όλες τις έγγραφες ενημερώσεις που ελάμβανε ο ενάγων το ομόλογο της …, αναφέρεται ως τραπεζικό ομόλογο εξωτερικού με ημερομηνία λήξης το έτος 2049 από τον Ιούνιο του έτους 2008 κι εξής και σποραδικά σε κάποιες ενημερώσεις του έτους 2007, δηλαδή μετά από την ενημέρωση του ενάγοντος για την ακριβή του φύση σε συνδυασμό με το γεγονός ότι κατά την περίοδο αγοράς των ένδικων ομολόγων εκδόθηκε μεγάλος αριθμός άληκτων τίτλων από εγχώριους και ξένους εκδότες, τα οποία προωθήθηκαν στην επενδυτική αγορά, πολύ συχνά και χωρίς να έχει γίνει πλήρως κατανοητή η φύση τους από το προσωπικό των τραπεζών (βλ. κατάθεση μάρτυρος απόδειξης). H κατάθεση του μάρτυρος απόδειξης δεν αντικρούστηκε από την κατάθεση του μάρτυρος ανταπόδειξης, ο οποίος κατέθεσε ότι δεν γνωρίζει το περιεχόμενο της συμφωνίας των διαδίκων κατά το έτος 2004, ενώ, αναφορικά με την κατάθεσή του, σύμφωνα με την οποία ο ενάγων γνώριζε, κατά το έτος 2008, που μίλησε μαζί του ότι τα ένδικα ομόλογα ήταν άληκτα, δεν διευκρινίζεται αν εννοεί ότι ο ενάγων γνώριζε για τη φύση τους ήδη από την κατάρτιση της σύμβασης εντολής αγοράς τους ή αν το έμαθε αργότερα, κατά το έτος 2008, όπως και έγινε ήδη δεκτό ανωτέρω. Με τον τρόπο που ενήργησε η εναγομένη δια των προστηθέντων υπαλλήλων της παραβίασε τις συναλλακτικές της υποχρεώσεις, ως το περιεχόμενο τους προσδιορίζεται σύμφωνα με τους κανόνες των άρθρων 281 και 288 ΑΚ. Η παράλειψη αυτή της εναγόμενης ανάγεται στην καταβολή κάθε δυνατής επιμέλειας για την εκπλήρωση της υποχρέωσης ενημέρωσης, διαφώτισης και παροχής κατάλληλης συμβουλής, ήτοι στην παράβαση των προβλεπομένων στις διατάξεις του Κανονισμού Δεοντολογίας των Εταιρειών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών και η οποία (αμελής συμπεριφορά) συνιστά το πραγματικό του κανόνα δικαίου του άρθρου 914 ΑΚ. Παράλληλα, οι προστηθέντες από αυτήν υπάλληλοι απέκρυψαν τα ως άνω χαρακτηριστικά των πωληθέντων ομολόγων ως διηνεκών από τον ενάγοντα, ενώ αν γίνει δεκτό ότι και οι ίδιοι τα αγνοούσα στην πράξη τους αυτή προέβησαν από βαρεία αμέλεια, σε κάθε περίπτωση. Έτσι, συνάγεται ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις αποζημίωσης του ενάγοντος, για την οποία ευθύνεται η εναγόμενη, εφόσον σύμφωνα με το άρθρο 922 ΑΚ ο πρώτος υπέστη ζημία από την πλημμελή εκπλήρωση των άνω καθηκόντων του υπαλλήλου-προστηθέντος της εναγόμενης, που συνιστά παράλληλα και αδικοπρακτική συμπεριφορά, η οποία οδήγησε αιτιωδώς στην άνω ζημία του, καθόσον αποδείχθηκε ότι εάν ο ενάγων γνώριζε τα χαρακτηριστικά των ένδικων ομολόγων δεν θα προέβαινε στην αγορά τους. Ενόψει των ανωτέρω αποδειχθέντων, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος ο ισχυρισμός της εναγομένης περί συνυπαιτιότητας του ενάγοντος. Περαιτέρω, η θετική ζημία του ενάγοντος συνίσταται στη διαφορά ανάμεσα στην τιμή αγοράς των ομολόγων από αυτόν και στην τιμή αγοράς τους από την εκδότρια στις προαναφερθείσες ημερομηνίας και συνολικά στο ποσό των (23.006,08+250.258,33=) 273.264,41 ευρώ. Τέλος, ο ενάγων από την ως άνω υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά της εναγομένης, δια των προστηθέντων υπαλλήλων της, υπέστη ηθική βλάβη λόγω της στενοχώριας και της ταλαιπωρίας που δοκίμασε, η οποία πρέπει να καθοριστεί στο ποσό των 10.000,00 ευρώ, το οποίο το Δικαστήριο κρίνει εύλογο και δίκαιο, σταθμίζοντας τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα το ζημιογόνο γεγονός, την υπαιτιότητα των διαδίκων στην πρόκληση του ζημιογόνου γεγονότος, την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών και υπό το πρίσμα της αρχής της αναλογικότητας (ΑΠ 76/2016, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Ενόψει των ανωτέρω, πρέπει η κρινόμενη αγωγή να γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ’ουσίαν και να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των (23.006,08+250.258,33+10.000=) 283.264,41 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την εξόφληση. Περαιτέρω, η απόφαση πρέπει να κηρυχθεί εν μέρει προσωρινά εκτελεστή κατά το ποσό των 100.000 ευρώ διότι το Δικαστήριο εκτιμά ότι ο ενάγων θα υποστεί σημαντική ζημία από την καθυστέρηση στην εκτέλεσή της (άρθρο 908 εδ.δ ΚΠολΔ). Τέλος, η εναγόμενη πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα του ενάγοντος λόγω της ήττας της (176 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΚΗΡΥΣΣΕΙ τη δίκη καταργημένη ως προς τους δεύτερο, τρίτη και τέταρτη των εναγομένων.

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των λοιπών διαδίκων.

ΔΕΧΕΤΑΙ την αγωγή.

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των διακοσίων ογδόντα τριών χιλιάδων διακοσίων εξήντα τεσσάρων ευρώ και σαράντα ενός λεπτών (283.264,41), με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την εξόφληση.

ΚΗΡΥΣΣΕΙ την απόφαση προσωρινά εκτελεστή για το ποσό των εκατό χιλιάδων (100.000,00) ευρώ.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την εναγόμενη στην καταβολή των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των επτά χιλιάδων εξακοσίων (7.600,00) ευρώ.

-Κρίθηκε, αποφασίστηκε στη Θεσσαλονίκη, στις 30/11/2016 και δημοσιεύτηκε, στον ίδιο τόπο, στις …/12/2016, σε δημόσια και έκτακτη στο ακροατήριό του συνεδρίαση, με απόντες τους διαδίκους και τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους και με σύνθεση τους Δικαστές Αλεξάνδρα Λιόλιου, Πρόεδρο Πρωτοδικών (λόγω προαγωγής και μετάθεσης της Προέδρου Θεοκτής Νικολαΐδου), Αντώνιο Βαθρακοκοίλη, Πρωτοδίκη, Ελεονώρα Λινάκη, Πρωτοδίκη – Εισηγήτρια και την ίδια γραμματέα της έδρας.

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<webtop:message key=
Πρόεδρος:     Θεοκτή Νικολαίδου
Δικηγόροι:     Κλεάνθης Βουλκίδης, Βασίλειος Στυλιαρας
Εισηγητές:     Ελεονώρα Λινάκη
Μέλη:     Αντώνιος Βαθρακοκοίλης
Λήμματα:     Αποζημίωση από αδικοπραξία ,Εταιρία Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών ,Επενδυτικές υπηρεσίες ,Αγορά ομολόγων ,Ομόλογα αόριστης διάρκειας ,Ενημέρωση επενδυτή ,Προσυμβατική ευθύνη ,Ένσταση συνυπολογισμού ζημίας και κέρδους ,Ένσταση καταλογισμού οφέλους
ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ
     
Δημοσίευση:     ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΔΣΑ
           
ΣΧΕΤΙΚΟΙ ΝΟΜΟΙ 
Α/Α      Νόμος     Αριθμός     Έτος     Αρθρο     Παράγραφος
1      «  ΝΟΜΟΣ  »     2251     1994     1      
2      «  ΑΣΤΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ  »                 932      
3      «  ΑΣΤΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ  »                 297      
4      «  ΑΣΤΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ  »                 300      
5      «  ΑΣΤΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ  »                 914

Η ιστοσελίδα αυτή είναι ένα εργαλείο επικοινωνίας από μια ανεξάρτητη ομάδα ομολογιούχων της Τράπεζας Κύπρου που εν αγνοία τους από καταθέτες έγιναν, με παραπλάνηση, ομολογιούχοι-επενδυτές και τώρα μέτοχοι του ενός cent. Σκοπός της ιστοσελίδας είναι να συντονίσει τον αγώνα μας σε όλα τα επίπεδα και με όλα τα μέσα.